Τα δεδομένα είναι δραματικά και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Το φετινό καλοκαίρι ήταν το θερμότερο στα χρονικά για την Ελλάδα, ενώ η υφήλιος έζησε τον πιο θερμό Ιούνιο και τον πιο θερμό Αύγουστο που έχουν καταγραφεί ποτέ. Το 2024 σημαδεύτηκε από καύσωνες, ξηρασίες και ακραίες πλημμύρες και τα αποτελέσματά τους είναι ήδη ορατά στην αγροτική παραγωγή.
Η παρατεταμένη ζέστη και η έλλειψη βροχοπτώσεων καίει τα αμπέλια, με τους καλλιεργητές να βλέπουν μείωση ακόμα και έως 80% στην παραγωγή του κρασιού. Η λειψυδρία έχει εξαφανίσει το 10% του φυτικού κεφαλαίου, οδηγώντας σε ελλείψεις στην αγορά και σε νέες ανατιμήσεις στα ράφια. Αντίστοιχες αναταράξεις σε όλες τις καλλιέργειες έχουμε με κάθε ακραίο φυσικό φαινόμενο, όπως ήταν ο «Ντάνιελ» και ο «Ιανός», και φυσικά με τις πυρκαγιές που καταστρέφουν παραγωγικά εδάφη.
Ορθώς η κυβέρνηση άλλαξε το δόγμα της Πολιτικής Προστασίας, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο που σχεδιάζει τις υποδομές της. Ομως θα χρειαστούν πολύ μεγαλύτερα βήματα, τα οποία περιλαμβάνουν την εξεύρεση περισσότερων πόρων και τη στοχευμένη διάθεσή τους. Κρίσιμο ρόλο σε αυτό παίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία δεν μπορεί άλλο να παίζει παράταση με γραφειοκρατικές διαδικασίες και να υποκύπτει στους «ισχυρότερους», αδικώντας τις χώρες του Νότου, που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα της κλιματικής κρίσης.
Το 1/3 του ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού, σχεδόν 400 δισεκατομμύρια ευρώ, διατίθεται για τη γεωργία. Εκ του αποτελέσματος, όμως, φαίνεται πως η «πίτα» δεν μοιράζεται σωστά, καθώς αγνοούνται οι ιδιαιτερότητες και οι ανάγκες κάθε κράτους ξεχωριστά. Μπορεί να βρισκόμαστε στο κατώφλι της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, όμως στις αγροτικές περιοχές της Ε.Ε. ζουν 137 εκατομμύρια πολίτες, δηλαδή περίπου το 30% του πληθυσμού της Ενωσης. Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνούν οι Βρυξέλλες.





















