Πλέον μπαίνουμε στην τελική ευθεία προς τις κάλπες της 21ης Μαΐου και από την τηλεμαχία μεταξύ των πολιτικών αρχηγών προέκυψε ότι το πιο σημαντικό κριτήριο με βάση το οποίο καλούνται να ψηφίσουν οι πολίτες είναι το πρόγραμμα που έχουν τα κόμματα για την επόμενη 4ετία.
Ο Αλ. Τσίπρας μοιράζει «χρήμα» και τάζει στους πάντες τα πάντα. Υποσχέθηκε στους συνταξιούχους ότι θα καταργήσει την προσωπική διαφορά, όταν ο ίδιος είναι αυτός που την καθιέρωσε. Υποσχέθηκε επίσης αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, όταν το ίδιο είχε πράξει και το 2015 με καταστροφικές συνέπειες για τους εργαζομένους μέσω του τρίτου Μνημονίου που υπέγραψε, ενώ η υλοποίηση του συνόλου των τωρινών υποσχέσεών του υπολογίζεται ότι θα απαιτούσε ποσό άνω των 80 δισ. ευρώ για την 4ετία.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος μάλιστα πρότεινε τα προγράμματα των κομμάτων να κατατίθενται στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε άλλο φορέα προκειμένου να αξιολογούνται και να μην είναι μόνο νούμερα στον αέρα, και να μοιράζουν κάποιοι αφειδώς υποσχέσεις.
Το δίλημμα της επόμενης κάλπης είναι αν θα συνεχίσει η Ελλάδα να πηγαίνει μπροστά ή αν θα επιστρέψει στις περιπέτειες. Για αυτό και βλέπουμε τη διαφορά της Νέας Δημοκρατίας έναντι του ΣΥΡΙΖΑ να αυξάνεται, καθώς η σοβαρότητα πάντα υπερισχύει της υποκρισίας. Οπως και το σχέδιο της ανυπαρξίας προτάσεων. Ο Αλ. Τσίπρας δεν διαθέτει σοβαρό πρόγραμμα, για αυτό και είναι βέβαιο ότι θα καταφύγει τις τελευταίες ημέρες στην τεχνητή όξυνση, αλλά και μια παροχολογία χωρίς περιεχόμενο. Ομως πλέον οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά και δεν θέλουν να βιώσουν μια νέα περιπέτεια όπως αυτή του 2015.




















