Ελεύθερος Τύπος
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μαύροι γλάροι

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μαύροι γλάροι

Newsroom eleftherostypos.gr

Το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο και τα πουλιά έμπαιναν στο δωμάτιο. Χτυπούσαν πρώτα στο ταβάνι και στους τοίχους, έπειτα έστριβαν και ορμούσαν στα παιδιά που κάθονταν στα κρεβάτια τους.
Δάφνη ντι Μοριέ, Τα πουλιά

Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Το Ναουρού είναι ένα μικρό νησί-κράτος στον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό, κοντά στα Νησιά του Σολομώντος, πάνω στη γραμμή του Ισημερινού. Τότε που το φορτηγό «North Queen» είχε φορτώσει από εκεί φωσφάτο για να το μεταφέρει στο Κόμπε της Ιαπωνίας, το Ναουρού ήταν παγκόσμιο σύμβολο ξενοιασιάς, το αποκαλούσαν Νησί της Χαράς. Οι κάτοικοί του δεν ξεπερνούσαν τις δέκα χιλιάδες κι ήταν ευτυχισμένοι, αφού χάρη στο ορυκτό ζούσαν πλουσιοπάροχα. Την ευτυχία τους τη μοιράστηκαν μαζί μας όταν ο δήμαρχος κάλεσε τους αξιωματικούς του φορτηγού στο ρεστοράν ενός πολυτελούς ξενοδοχείου για να διασκεδάσουν.

Το καράβι, ολόκληρο βαμμένο κόκκινο, με κόκκινη τσιμινιέρα, είχε αποπλεύσει το μεσημέρι. Ηταν Ιούλιος του 1974, όταν τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κύπρο. Στο καπνιστήριο και στις καμπίνες είχαμε ανοίξει τα ραδιόφωνα για ν’ ακούσoυμε τις ειδήσεις από το BBC. Τις πρώτες τρεις μέρες του Αττίλα Ι οι νεκροί Ελληνοκύπριοι είχαν φτάσει τους διακόσιους κι οι αγνοούμενοι ξεπερνούσαν τους εκατόν πενήντα.

Είχα τελειώσει τη βάρδια μου στο μηχανοστάσιο και στεκόμουν στην κουπαστή, έξω από την καμπίνα μου, παρακολουθώντας το νησί να απομακρύνεται. Δίπλα μου στεκόταν ο λοστρόμος κι ο γραμματικός που φορούσαν άσπρες φανέλες. Λίγα μέτρα μακριά μας, έξω από την καμπίνα του ασυρμάτου, στεκόταν ο ασυρματιστής με τον ασπροκόκκινο παπαγάλο του στον ώμο. Φορούσε κόκκινο πουκάμισο με τσέπες. Δεν μιλούσαμε, δεν είχαμε καλές σχέσεις. Ξαφνικά οι γλάροι που πετούσαν πάνω από την πρύμη έδειχναν ανησυχία. Κάποια στιγμή είδα τα νερά ν’ αγριεύουν, είδα τη θάλασσα να σηκώνει κύματα και τους γλάρους να γυρνούν στην ακρογιαλιά. Τότε ο λοστρόμος κι ο γραμματικός έφυγαν αμίλητοι.

«Τι συμβαίνει;», άκουσα τη φωνή του ασυρματιστή.

«Δεν καταλαβαίνω», είπα.

Τέτοιο φαινόμενο δεν μας είχε ξανατύχει. Τα αφρισμένα κύματα πλησίαζαν το καράβι, ενώ οι γλάροι έσκουζαν. Οι αξιωματικοί και οι άντρες του πληρώματος βγήκαν από τις καμπίνες τους, κοιτάζοντας τα πουλιά παραξενεμένοι. Εδειχναν φόβο. Πιο φοβισμένος φαινόταν ο ασυρματιστής.
Ο μάγειρας, όρθιος έξω από την κουζίνα, είχε σκεπάσει τ’ αφτιά του με τις παλάμες για να μην ακούει τα σκουξίματα. Ξαφνικά μπήκε στην κουζίνα κι επέστρεψε μ’ ένα δοχείο με υπολείμματα τροφών, τα έριξε στη θάλασσα για να καλοπιάσει τα πουλιά.

Ωστόσο, οι μαύροι γλάροι έγιναν πιο βίαιοι. Ανέβαιναν στα κατάρτια, χυμούσαν στα βαρούλκα των αμπαριών κι έμπαιναν στις καμπίνες από τα ανοιχτά φινιστρίνια. Ενας γλάρος ζυγίστηκε πάνω από το κεφάλι μου, οπότε μπήκα στην καμπίνα μου, παρακολουθώντας από το κλειστό φινιστρίνι τα τεκταινόμενα.

Ο ασπροκόκκινος παπαγάλος άφησε τον ώμο του ασυρματιστή και πέταξε μακριά.

«Γλάροι! Γλάροι!», φώναξε.

Ο γλάρος όμως του επιτέθηκε, του έκοψε τον λαιμό με το ράμφος του κι άρχισε να του τρώει τις σάρκες. Υστερα επιτέθηκε στον ασυρματιστή και τον γέμισε πληγές. Σύντομα έφτασαν κι άλλοι γλάροι που έφαγαν τα υπολείμματα του παπαγάλου.

Επειτα όρμησαν στον ασυρματιστή, τους τράβηξε το κόκκινο πουκάμισο.

«Βοήθεια!», φώναξε εκείνος.

Από τον φόβο του πήγε να φύγει και παραπάτησε. Επεσε στο σιδερένιο δάπεδο φωνάζοντας:

«Σώσε με!»

Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Ακουγα τις ειδήσεις του BBC για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, όπου υπήρχαν πολλοί νεκροί και τραυματίες, στρατιώτες και άμαχοι. Εκείνη τη στιγμή οι εσωτερικοί μου δαίμονες με παρακινούσαν να δράσω. Φορώντας άσπρη φανέλα και άσπρο παντελόνι, πήρα στις χούφτες τα τρόφιμα που είχα στην καμπίνα μου, βγήκα έξω και τα έχωσα στις τσέπες του πουκάμισου και του παντελονιού του ασυρματιστή. Ηταν καρότα, φρέσκο καλαμπόκι, φιστίκια και σταφίδες.

Επρεπε να πάρω την εκδίκησή μου.

*
Εκείνο το καλοκαίρι, κάμποσες μέρες πριν, ο ασυρματιστής με είχε θίξει άγρια. Ιδού τι συνέβη. Ενα βράδυ μερικοί άντρες βρεθήκαμε στο «Παρθενών», ένα μπαρ με γυναίκες στην Οσάκα της Ιαπωνίας. Εγώ ήμουν με την ωραία Σούγκαρ, την επιτομή της γιαπωνέζικης ομορφιάς. Πίναμε, χορεύαμε και μετά θα καταλήγαμε σ’ ένα ξενοδοχείο. Οταν μπήκε στο μαγαζί, ο ασυρματιστής φορώντας φανταχτερά ρούχα, τη γουστάρισε, έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο δολάρια και τα ανέμισε μπροστά της.

«Τι είναι αυτά;», τον ρώτησε.
«Τα θέλεις;»

Η Σούγκαρ, γοητευμένη από την πρασινάδα, με κοίταξε παγερά, σηκώθηκε, τον έπιασε από το μπράτσο και βγήκαν έξω. Εγώ είχα πελαγώσει, ένιωθα σαν χαζός. Εκείνην την κατανοούσα, εκείνον όχι. Από τον ασυρματιστή εκτός από τη συναδελφική αλληλεγγύη έλειπε και η ανθρώπινη συνείδηση. Ο κακομοίρης αγνοούσε πως είχα θιχτεί θανάσιμα και –το χειρότερο–, δεν με ήξερε καλά.

*
Οι πεινασμένοι γλάροι, ερεθισμένοι από το κόκκινο χρώμα του πουκάμισου του ασυρματιστή, του το έσκισαν κι ύστερα του ξέσκισαν τις σάρκες. Στο τέλος του έβγαλαν τα μάτια κι έφυγαν γρήγορα προς τη στεριά. Το άψυχο κορμί του γεμάτο πληγές κειτόταν έξω από το δωμάτιο του ασυρμάτου.

Οταν ο λοστρόμος τον βρήκε νεκρό και καταφαγωμένο, ούρλιαξε από τρόμο και φρίκη.

«Τρέξτε γρήγορα!», φώναξε.
«Είναι αργά!», είπε ο γραμματικός.

Κάτι ναύτες τον πλησίασαν για να τον μεταφέρουν στην καμπίνα-νοσοκομείο, ενώ ο καπετάνιος ειδοποίησε τις αρχές για το περιστατικό. Το φριχτό γεγονός δεν επηρέασε βεβαίως στο παραμικρό την πορεία του καραβιού μας που έπρεπε να φτάσει στον προορισμό του τη σωστή ημερομηνία, αφού οι όροι της ναύλωσης ήταν αυστηροί.

Ετσι το «North Queen» συνέχισε την πορεία του με τον ασύρματο κλειστό, έπλεε στο έλεος του Θεού, αφού κανένας δεν ήξερε από σήματα μορς. Το σώμα του ασυρματιστή μπήκε στο ψυγείο, τυλιγμένο με κουβέρτα. Ευτυχώς, μέχρι να φτάσουμε στο πρώτο λιμάνι, το Σαϊπάν, για ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και καύσιμα, δεν αντιμετωπίσαμε κανένα κίνδυνο. Στο Κόμπε ο καπετάνιος ενημέρωσε τις αρχές και τηλεφώνησε στην εταιρεία στον Πειραιά για τον οικτρό θάνατο του ασυρματιστή. Η υπόθεση είχε λήξει.

Στο καράβι δεν μπήκαν αστυνομικοί, δεν έγιναν ανακρίσεις, ουδείς νοιάστηκε για τα φριχτά γεγονότα που διαδραματίστηκαν έξω από το Ναουρού, όταν σηκώθηκαν αφρισμένα κύματα και μας επιτέθηκαν οι μαύροι γλάροι, σκοτώνοντας έναν άνθρωπο.

Whos is Who: Ο Φίλιππος Φιλίππου γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Δεκέμβριο του 1948. Έχει ταξιδέψει ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία κι έχει εκδώσει μυθιστορήματα και παιδικά βιβλία. Δημοσιεύει κριτικές βιβλίων στο Βήμα. Τελευταία βιβλία του είναι η Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας (2018) και το παιδικό Η Ελεάννα στο Νησί της Ευτυχίας (2018).

 

Την Παρασκευή: Αγγελος Χαριάτης – Οι μέλισσες

Από την έντυπη έκδοση

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο EleftherosTypos.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Κοίτα, εγώ…

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Hotel Bell Air

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μέλισσες

Tinad

Tο αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Μια εύθυμη χήρα

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»:Ο κροκόδειλος στην τάφρο

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Ο Ανθρωπος με τα μαύρα – Εγκλημα στην Πλάκα

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Το τελευταίο ραντεβού

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Η πίτα και ο ληστής

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Δηλωτή

Μιχάλης Μάρδας