Ελεύθερος Τύπος
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Η πίτα και ο ληστής

Newsroom eleftherostypos.gr

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Ηταν Αύγουστος και η πόλη φαινόταν έρημη. Ο νέος άνδρας σκέφτηκε ότι η στιγμή ήταν η πλέον κατάλληλη.

Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Φόρεσε το μαύρο δερμάτινο μπουφάν, έβαλε μια κάλτσα στην τσέπη του και κατευθύνθηκε πεζός στο σπίτι με τον κήπο. Το είχε βάλει στο μάτι εδώ και πολύ καιρό, αλλά όλο και κάτι γινόταν και ανέβαλλε την έφοδο. Τη μια φορά οι φίλοι του τού έλεγαν να τους ακολουθήσει σε πιο ματσό επιχειρήσεις, την άλλη η καλή του τον καλούσε στο νησί όπου εργαζόταν. Εκείνη την Τρίτη δεν τον ενόχλησε κανείς. Το κινητό του δεν χτύπησε καθόλου και μόνο εκείνος είχε καλέσει τα μέλη της παλιοπαρέας που είχαν ρεπό και τα έπιναν στο γνωστό κουτούκι της Καισαριανής. Οχι, δεν θα τους ακολουθούσε, αυτός είχε πιο σπουδαία πράγματα να κάνει και δεν θα τους έδινε λογαριασμό. Αλλωστε και αυτοί δεν του τα έλεγαν όλα, ούτε τον καλούσαν να συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις που αναλάμβαναν.

Τα προηγούμενα βράδια που έκοβε βόλτες έξω από το διώροφο, πότε με τη μαύρη BMW του Τάκη, πότε με το σαραβαλάκι το δικό του για να μη δώσει στόχο, είχε προσέξει ότι η γυναίκα έκλεινε τα παντζούρια σχετικά νωρίς, άφηνε αναμμένο το φως στο χολ και έβγαινε. Περνούσε και την έπαιρνε ένα μαύρο τζιπ. Εκείνα τα βράδια επέστρεφε γύρω στη μία με δύο το πρωί. Ο σκύλος που κάποτε έβγαινε στον κήπο ή στη βεράντα και ξεσήκωνε τη γειτονιά με το γάβγισμά του, τον τελευταίο καιρό δεν φαινόταν. Δεν ήξερε τι να υποθέσει και δεν ήθελε να ρωτήσει την κυρία τον κήπο της οποίας περιποιούνταν τους τελευταίους μήνες στην κηπούπολη των βορείων προαστίων. Καλύτερα να φύλαγε τα ρούχα του για να ’χει τα μισά.

Ψαχούλεψε την τσέπη του για να βεβαιωθεί ότι είχε πάρει τα απαραίτητα όργανα. Τελευταία χρησιμοποιούσαν χειρουργικά εργαλεία, που τα είχε κρατήσει από τη θητεία του στη σχολή παραϊατρικών επαγγελμάτων, στην τεχνική σχολή που φοιτούσε. Ενιωσε σιγουριά όταν αισθάνθηκε στα δάχτυλά του την αιχμηρή άκρη των μακρόστενων μεταλλικών βελόνων. Είμαι πολύ πιο μπροστά από τους άλλους συναδέλφους, σκέφτηκε, πόσω μάλλον από την Αστυνομία, που έρχεται πάντα δεύτερη. «Μαύρη πέτρα ξέστραφτη κι απ’ τον ήλιο ξεστραφτότερη», μουρμούρισε. Ηταν το παλιό κόλπο για να επιβεβαιώνει την καθαρότητα του μυαλού του. Κοίταξε γύρω του για άλλη μια φορά και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για την πιο ήσυχη καλοκαιρινή βραδιά. Ο σκύλος του διπλανού σπιτιού δεν πρόλαβε να αγριέψει γιατί είχε φροντίσει γι’ αυτόν και του έριξε το κρέας με το υπνωτικό. Ολα καθαρά. Του ’ρθε να σφυρίξει, αλλά προτίμησε να σωπάσει. Είχε καιρό για να γιορτάσει τις επιτυχίες του. Οταν θα έπαιρνε τα λάφυρα και έκλεινε την πόρτα του σπιτιού του, θα απολάμβανε το ουίσκι του καθώς θα μετρούσε την περιουσία του. Από τον μαντρότοιχο πήδησε στον κήπο και από εκεί, από τη μεσοτοιχία, σαν αίλουρος ανέβηκε στο μπαλκόνι που ήταν γεμάτο φυτά. Μια ζούγκλα. Ενας περίφημος κρυψώνας γι’ αυτόν. Ακουσε ομιλίες να πλησιάζουν. Κρύφτηκε πίσω από τις φουντωτές αγγελικούλες και περίμενε. Δυο νεαροί περνούσαν μπροστά από το σπίτι, αλλά μια συζήτηση τους είχε απορροφήσει τόσο που δεν πρόσεξαν την κάλτσα που είχε πιαστεί από το κλαδί του φυτού.

Δεν δυσκολεύτηκε να μπει μέσα στο ξένο σπίτι και δεν χρειάστηκε να αποσυνδέσει το συναγερμό, μιας και η ιδιοκτήτρια είχε ξεχάσει να τον θέσει σε λειτουργία. Ολα πήγαιναν ρολόι.

Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα και θαρρείς τα πράγματα ανέδιδαν ένα ευχάριστο, κάπως μεθυστικό άρωμα. Τάξη και αρμονία επικρατούσε. Ανοιξε τα συρτάρια και βρήκε διάφορα κοσμήματα. Εβγαλε τις νάιλον σακούλες από τις τσέπες του και τα έριξε μέσα. Εψαξε για χρήματα. Βρήκε ορισμένα στη σιφονιέρα, αλλά ήταν λίγα και δυσαρεστήθηκε. Ανοιξε τις ντουλάπες και άρχισε να πετάει ό,τι έβρισκε, με ικανοποίηση που επιτέλους θα έβαζε αυτός τη δική του «τάξη» εκεί μέσα. Μια ιδιαίτερη μυρωδιά ερχόταν από την κουζίνα και του θύμισε ότι δεν είχε φάει τίποτε για βραδινό. Αφησε τα συρτάρια ανοιχτά, κλότσησε μια πόρτα της ντουλάπας που δεν έκλεινε και έτρεξε στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκε διάφορα κουτιά με τσάι που είχαν περίεργα γράμματα και λουλούδια στην επιφάνειά τους. Αλλά αυτό που του κέντρισε το ενδιαφέρον περισσότερο ήταν η πιατέλα με την πίτα. Του φάνηκε ότι ακόμα ήταν ζεστή. Πήρε ένα μαχαίρι από την πιατοθήκη και έκοψε δύο κομμάτια. Πώς θα την έτρωγε, όμως; Με στεγνό λαρύγγι; Δεν θα ήταν κρίμα; Σε μια γωνιά πήρε το μάτι του την κρασοθήκη και πήρε ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί. «Βιολογικό κρασί», έγραφε η ετικέτα. «Αχ, σαν να την ετοίμασε για μένα», σκέφτηκε. Κάθισε και άρχισε να τρώει. Ανοιξε την τηλεόραση και έπεσε σε αγώνα μπάσκετ. «Ωραία είναι η ζωή», μουρμούρισε, αν και θα ήθελε να το βροντοφωνάξει. Και η μανιταρόπιτα είναι η προτίμησή μου. Γέμιζε το ένα ποτήρι μετά το άλλο ώσπου αποκαμωμένος έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι. Το στομάχι του όμως πονούσε, πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στην τουαλέτα. Δεν προλάβαινε. Τη μια έκανε εμετό, την άλλη είχε διάρροια. Πήγε να καθίσει στον καναπέ μέχρι να συνέλθει και να φύγει. Είχε μπροστά του άλλες δύο ώρες. Ηξερε και δεν έκανε λάθος ότι η ιδιοκτήτρια επέστρεφε γύρω στις δύο κάθε βράδυ.

Το άλλο πρωί τον βρήκε στον έκτο όροφο η Ασφάλεια Αττικής. Πάνε τα χρυσαφικά, πάνε τα όνειρα. «Καλά να πάθω», σκέφτηκε, μόλις είδε τον αξιωματικό απέναντί του να παίρνει θέση για την ανάκριση. «Τι τα ήθελα; Πήγαινα για πολλά και έχασα και τα λίγα. Φταίνε τα μανιτάρια που με δηλητηρίασαν. Σε ώρα εργασίας άλλη φορά δεν πρέπει ούτε να πίνω ούτε να τρώω… Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Αύριο καινούργια μέρα ξημερώνει… Η πόλη είναι άδεια. Δεν θα αργήσω να βρω το θύμα μου…».

Who is Who-Χρύσα Σπυροπούλου: Η Χρύσα Σπυροπούλου γεννήθηκε στις Σέρρες το 1957. Σπούδασε Κλασική και Αγγλική Φιλολογία και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ασχολείται με την κριτική βιβλίου και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Καθημερινή», καθώς και με λογοτεχνικά περιοδικά (Τα Ποιητικά, Ο Αναγνώστης), ενώ κάνει και μεταφράσεις. Συντονίζει τη Λέσχη Κλασικής Λογοτεχνίας στον Πολυχώρο Μεταίχμιο. Εχει εκδώσει δοκίμια, συλλογές διηγημάτων και αστυνομικά μυθιστορήματα τόσο για ενηλίκους όσο και για εφήβους. Το τελευταίο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ταραγμένα Νερά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2018).

 

την Παρασκευή : Σταφυλάς Γιώργος, «Το τελευταίο ραντεβού»

Από την έντυπη έκδοση

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο EleftherosTypos.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Κοίτα, εγώ…

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Hotel Bell Air

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μέλισσες

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μαύροι γλάροι

Tinad

Tο αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Μια εύθυμη χήρα

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»:Ο κροκόδειλος στην τάφρο

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Ο Ανθρωπος με τα μαύρα – Εγκλημα στην Πλάκα

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Το τελευταίο ραντεβού

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Δηλωτή

Μιχάλης Μάρδας