Παρατηρούμε τις τελευταίες ημέρες ότι δυστυχώς αυξάνονται τα κρούσματα βίας, λεκτικής, αλλά και σωματικής, στον δημόσιο και κοινωνικό βίο. Είχαμε τον ξυλοδαρμό του Γ. Βαρουφάκη στα Εξάρχεια, όχι από μπράβους της νύχτας όπως ο ίδιος είπε, αλλά από ομάδα αναρχικών, τους οποίους δεν κατανοούμε γιατί ο παθών έσπευσε να απαλλάξει και δεν κατονόμασε. Είχαμε επίσης προπηλακισμούς κατά του Δ. Βίτσα σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τα Τέμπη, αλλά και απαράδεκτα πανό με εμετικό περιεχόμενο σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων.
Δεν απέχουμε πολύ από τότε που κάποιοι έστηναν κρεμάλες στο Σύνταγμα, όμως πλέον αυτό το δηλητήριο της βίας και της ακραίας τοξικότητας θα πρέπει να λάβει τέλος. Δεν νοείται να υποθάλπουμε τέτοια φαινόμενα, ούτε να αθωώνουμε ή να απαλλάσσουμε ορισμένους ή να προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε ακραίες συμπεριφορές. Και η κομματική αντιπαράθεση δεν μπορεί να γίνεται με όρους υβρεολογίου και χυδαιότητας.
Μετά την οικονομική κρίση θεωρούσαμε ότι είχε ολοκληρωθεί ο κύκλος του ακραίου διχασμού, που το μόνο που έκανε ήταν να δηλητηριάζει την κοινωνία και να χωρίζει τους πολίτες, σε βάρος της προόδου, της κοινωνικής ηρεμίας και της οικονομικής ανάταξης. Το δυστύχημα στα Τέμπη λειτούργησε ως αφορμή για μία εκστρατεία ύβρεων, απειλών, βανδαλισμών και χρήσης βίας, λεκτικής και σωματικής, από ακραίους και μπαχαλάκηδες.
Το δηλητήριο της βίας βλάπτει τον δημόσιο βίο και την κοινωνία μας και είναι ανάγκη να σταματήσει πριν πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, γιατί αυτό δεν ωφελεί κανέναν. Η κοινωνία θέλει να προχωρήσει μπροστά. Για αυτό ζητά να καταλογιστούν οι ευθύνες με βάση την έρευνα και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και όχι με ύβρεις, απειλές και βιαιότητες, που πρέπει να σταματήσουν πριν οδηγηθούμε σε άσχημες καταστάσεις.




















