Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών αποτύπωσε την παρατεταμένη οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Το τράβηγμα της κουρτίνας έδειξε πως το περίφημο γερμανικό θαύμα, αυτό που οδήγησε στην εντυπωσιακή ανασυγκρότηση της χώρας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν υπάρχει πια. Η αυστηρή πολιτική λιτότητας και η απαρέγκλιτη εφαρμογή του «φρένου χρέους» δεν άφησαν χώρο για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που θα άλλαζαν το οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο.
Γερασμένες υποδομές, γραφειοκρατία, ασφυκτική ρύθμιση των επαγγελμάτων και σχεδόν ανύπαρκτη ψηφιοποίηση εγκλώβισαν τις επιχειρήσεις, που έμειναν πίσω στην κούρσα των νέων τεχνολογιών. Ιστορικές αυτοκινητοβιομηχανίες είδαν τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα να τις προσπερνούν, ενώ η υπερβολική εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο οδήγησε στην οικονομική εξόντωση νοικοκυριών και επιχειρήσεων μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές ανισότητες επιβάρυναν κυρίως τους κατοίκους των πρώην ανατολικογερμανικών κρατιδίων, εντείνοντας το αίσθημα δυσαρέσκειας προς το ομοσπονδιακό κράτος.
Η Γερμανία βρίσκεται τώρα μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι και οι επιλογές της θα καθορίσουν τόσο το μέλλον των 80 εκατομμυρίων πολιτών της όσο και της Ευρώπης. Η εσωτερική μεταρρύθμιση θα πρέπει να συνοδευτεί από ένα γενναίο και δίκαια ισορροπημένο οικονομικό πακέτο. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η άμυνα της Ευρώπης και οι δύσκολες σχέσεις με τις ΗΠΑ συνθέτουν ένα γεωπολιτικό τοπίο που βράζει. Ο νέος καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, έχει μπροστά του μια ιστορική ευκαιρία, αρκεί να κινηθεί γρήγορα, αποφασιστικά και ενωτικά.





















