Στην παραποίηση εγγράφων που αποτύπωναν την τεράστια offshore επιχειρηματική αυτοκρατορία του Ρόμαν Αμπράμοβιτς προχώρησαν συνεργάτες του, προκειμένου να αποκρύψουν περιουσιακά στοιχεία του Ρώσου ολογάρχη, ώστε να αποφύγει τη φορολογία.
Έγγραφα-ντοκουμέντα αποκαλύπτουν μια μακροχρόνια και προσεκτικά ενορχηστρωμένη στρατηγική τοποθέτησης πλασματικών ημερομηνιών σε αρχεία, ενώ κομβικό ρόλο σε όλο αυτό φαίνεται πως διαδραμάτισε ο στενότερος συνεργάτης του Αμπράμοβιτς, Ευγένιος Τενένμπαουμ, καθώς εξετάζεται το ενδεχόμενο να κατέθεσε ψευδή στοιχεία στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας.
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς ήταν ο πιο διάσημος Ρώσος ολιγάρχης στο Ηνωμένο Βασίλειο, ευπρόσδεκτος στο Λονδίνο, όπου αγόρασε την Τσέλσι το 2003 και χρηματοδότησε την πιο επιτυχημένη περίοδο του συλλόγου. Αλλά μετά την ολοκληρωτική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η βρετανική κυβέρνηση του επέβαλε κυρώσεις και αναγκάστηκε να πουλήσει την ποδοσφαιρική ομάδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες του BBC, ο Αμπράμοβιτς βρίσκεται πλέον στην Τουρκία, η οποία αποτελεί για αυτόν ασφαλές καταφύγιο, καθώς δεν του επέβαλε κυρώσεις. Τα περιουσιακά του στοιχεία ύψους 5,4 δισ. λιρών που διατηρούσε σε νησί της Μάγχης παραμένουν δεσμευμένα, ενώ εδώ και τέσσερα χρόνια διεξάγεται ποινική έρευνα.
Οι δικηγόροι του ολιγάρχη δήλωσαν στο BBC ότι ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες που προκύπτουν από την έρευνα και υποστηρίζει ότι αυτή «ξεκίνησε για πολιτικούς σκοπούς».
Τα έγγραφα που έρχονται τώρα στο φως εγείρουν ερωτήματα σχετικά με το πώς ο Αμπράμοβιτς κατάφερε να «προστατέψει» τις οικονομικές του υποθέσεις από τις Αρχές για περισσότερο από μια δεκαετία.
Κύπρος εμπιστευτικό
Τα ευρήματα βασίζονται στη διαρροή με την ονομασία Cyprus Confidential, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από 500.000 έγγραφα που δόθηκαν αρχικά στη δημοσιότητα από τη Διεθνή Κοινοπραξία Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ) και αναλύθηκαν από οργανισμούς όπως η Guardian, το Bureau of Investigative Journalism και το BBC.
Το ψηφιακό ίχνος των εγγράφων καταγράφει την αναδιοργάνωση δισεκατομμυρίων λιρών που ο πρώην ιδιοκτήτης της Τσέλσι απέκτησε μέσω της αμφιλεγόμενης εξαγοράς πετρελαιoπηγών στις παγωμένες εκτάσεις της Σιβηρίας, εν μέσω της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης.
Από το 1999 έως τουλάχιστον το 2013, μια ομάδα συνεργατών και λογιστών που είχαν επιφορτιστεί με τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ υπεράκτιων δικαιοδοσιών χρησιμοποίησαν τακτικές που, σύμφωνα με ειδικούς, ενδέχεται να συνιστούν απάτη και φοροδιαφυγή.
Αυτό, όπως φαίνεται, περιελάμβανε την αναδρομική χρονολόγηση εγγράφων για τη δημιουργία ενός βολικού χάρτη τεκμηρίων που έδειχνε ότι συμφωνίες και συναλλαγές είχαν λάβει χώρα χρόνια νωρίτερα.
Δικηγόροι του Αμπράμοβιτς διέψευσαν οποιαδήποτε παράνομη πράξη και δήλωσαν ότι βασίστηκε στις προτάσεις των συμβούλων του και της Deloitte Κύπρου. Ο Τενένμπαουμ διέψευσε κάθε αδίκημα και δήλωσε ότι επίσης βασίστηκε στις εξειδικευμένες συμβουλές που παρείχε η Deloitte Κύπρου. Η Deloitte Κύπρου ανέφερε από την πλευρά της ότι «ενεργεί σε συμμόρφωση με όλους τους ισχύοντες νόμους» και ότι δεν μπορούσε πλέον να έχει πρόσβαση στο σχετικό υλικό λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει.
Πώς εξαφανίστηκαν 2 δισεκατομμύρια δολάρια
Κατά την χαοτική μετασοβιετική εποχή των ιδιωτικοποιήσεων, περιήλθε στα χέρια του Αμπράμοβιτς ένας από τους πιο πλούσιους φυσικούς πόρους της Ρωσίας, τα πεδία πετρελαίου της Sibneft.
Ο γνωστός για την οξυδέρκειά του επιχειρηματίας απέκτησε την επιχείρηση έναντι περίπου 250 εκατομμυρίων δολαρίων, ξοδεύοντας σύμφωνα με πληροφορίες μόλις 19 εκατομμύρια δολάρια από δικά του χρήματα.
Μέχρι τη στιγμή που πούλησε το τελευταίο μέρος των μετοχών του στην Gazprom το 2005, ο Αμπράμοβιτς είχε συγκεντρώσει 16 δισεκατομμύρια δολάρια, χρήματα τα οποία επένδυσε σε επενδύσεις, επαύλεις, υπερπολυτελή γιότ και την Τσέλσι.
Μία κυπριακή εταιρεία, η Kravin Investments, ήταν μεταξύ των πρώτων «οχημάτων» μέσω των οποίων κυλούσε αυτό το ρευστό. Η Kravin έλαβε ένα τεράστιο ποσό 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον Μάιο του 2003, εκ των οποίων διατήρησε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια. Τα χρήματα παρέμειναν στον τραπεζικό λογαριασμό της Kravin ή δανειοδοτήθηκαν σε άλλες εταιρείες, συγκεντρώνοντας τόκους οι οποίοι, θεωρητικά, ήταν φορολογητέοι στην Κύπρο.
Ωστόσο, οι συνεργάτες του Αμπράμοβιτς σύντομα άρχισαν να καταρτίζουν σχέδια για την «εξάλειψη» μιας φορολογικής υποχρέωσης την οποία ένας χρηματοοικονομικός σύμβουλος προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να είναι «πολύ μεγάλη», όπως υποδηλώνουν τα αρχεία, που επικαλείται ο Guardian.
Ένα email από την MeritServus τον Αύγουστο του 2005 προς τους Ρώσους συνεργάτες του Αμπράμοβιτς ανέφερε ότι είχε εκπονηθεί ένα σχέδιο μετά από μια συνάντηση με την Deloitte. «Εάν συμφωνήσετε, θα είναι απαραίτητο να τροποποιηθούν οι οικονομικές καταστάσεις και τα λογιστικά αρχεία αναλόγως για το 2003 και το 2004», έγραφε το email.
Η MeritServus ενημέρωσε τους Ρώσους συνεργάτες του ολιγάρχη ότι επρόκειτο να κατατεθούν οι «Προσωρινές Φορολογικές Εκτιμήσεις για το 2005» της Kravin, οι οποίες θα έδειχναν ότι η εταιρεία δεν είχε κανένα εισόδημα από τα χρήματα. Ένα μήνα αργότερα, ένας συνεργάτης στη Ρωσία απάντησε με email «Συμφωνώ».
Στη συνέχεια, η MeritServus δημιούργησε μια σειρά από αναδρομικά έγγραφα τα οποία ψευδώς έδειχναν ότι η Kravin κατείχε και επένδυε τα κεφάλαια μόνο για λογαριασμό της μητρικής της εταιρείας στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους.
Έγγραφα που λεπτομερώς παρουσίαζαν αυτό το υποτιθέμενο γεγονός, συμπεριλαμβανομένης αλληλογραφίας και συμφωνιών καταπιστεύματος, είχαν ημερομηνίες μεταξύ Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2003, παρά το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο χρόνια αργότερα. Αυτό έκανε να φαίνεται ότι η Kravin δεν ήταν στην πραγματικότητα ο ιδιοκτήτης των χρημάτων, επομένως δεν θα υπόκεινταν σε φόρο στην Κύπρο.
Η ιστορία είχε ουσιαστικά ξαναγραφτεί, σύμφωνα με την ανάλυση των εγγράφων, εξαφανίζοντας 2 δισεκατομμύρια δολάρια από τον ισολογισμό της Kravin και μαζί με αυτά οποιαδήποτε φορολογική υποχρέωση.
Εκτός από τα έγγραφα των οποίων η Deloitte βοήθησε να αναχρονολογηθούν, οι σύμβουλοι του Αμπράμοβιτς στην MeritServus πλαστογράφησαν ένα τρίτο σύνολο αρχείων. Αυτό αφορούσε την τεράστια επιχειρηματική περιουσία του ολιγάρχη, περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια, που κατείχε μια εταιρεία με την επωνυμία Electus Investments στην Κύπρο.
Η MeritServus έβαλε αναδρομικά έγγραφα για να φαίνεται ότι η Electus δεν κατείχε την περιουσία.
Χρησιμοποίησε μια άλλη εταιρεία του Αμπράμοβιτς με ακριβώς το ίδιο όνομα, Electus Investments, αλλά αυτή τη φορά με έδρα τις πιο μυστικοπαθείς Βρετανικές Παρθένες Νήσους, όπου οι λογαριασμοί δεν ήταν απαραίτητο να δημοσιοποιούνται.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα δείχνουν ότι το 2006, η MeritServus αναγνώρισε ότι η περιουσία ανήκε στην Electus Cyprus. Αλλά και πάλι πρότεινε να ξαναγραφεί η ιστορία, αυτή τη φορά «να μεταβιβαστεί η πραγματική κυριότητα στην Electus Investments στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους» και να φανεί σαν η αλλαγή να είχε συμβεί τρία χρόνια νωρίτερα.
Η MeritServus υπέγραψε και αναδρομολόγησε έγγραφα που ψευδώς ισχυρίζονταν ότι η εταιρεία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων κατείχε την περιουσία των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις 20 Νοεμβρίου 2003. Έτσι, όταν δημοσιοποιήθηκαν οι λογαριασμοί της κυπριακής εταιρείας με το ίδιο όνομα, φάνηκε να έχει περιουσιακά στοιχεία αξίας μόλις 145.000 δολαρίων.
Το σπίτι-φάντασμα
Ένα από τα πιο πολυτελή περιουσιακά στοιχεία του Αμπράμοβιτς ήταν το κτήμα Fyning Hill στο Δυτικό Σάσσεξ, μια επιβλητική έπαυλη σε μια έκταση 424 στρεμμάτων. Μάλιστα ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, φέρεται να δείπνησε εκεί κατά την πρώτη του κρατική επίσκεψη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2003.
Δύο χρόνια αργότερα, οι λογαριασμοί δείχνουν ότι το κτήμα περιλαμβανόταν σε πολυτελή περιουσιακά στοιχεία αξίας 650 εκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένου ενός ρετιρέ στο Λονδίνο, ενός γαλλικού πύργου, ελικοπτέρων, αεροσκαφών, γιότ και ενός supercar, τα οποία ανήκαν όλα σε μια κυπριακή εταιρεία, την Amiscan Investments.
Οι νέοι κανόνες γνωστοποίησης στην Κύπρο, που θεσπίστηκαν το 2003, σήμαιναν ότι αυτά θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στους λογαριασμούς της Amiscan. Αλλά μέχρι τη στιγμή που κατατέθηκαν αυτοί οι λογαριασμοί, αυτή η περιουσία είχε εξαφανιστεί, χάρη στην ομάδα οικονομικών επιδιορθωτών του Αμπράμοβιτς.
Τα αρχεία δείχνουν ότι οι συνεργάτες του Αμπράμοβιτς, συνεργάστηκαν για να δώσουν αναδρομικές ημερομηνίες σε συμβατικές συμφωνίες, δίνοντας την ψευδή εντύπωση ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Amiscan είχαν μεταφερθεί στην Kelvedon Worldwide, στις αρχές του 2003.
Η σκληρή αλήθεια
Το 2008, ο Αμπράμοβιτς αντιμετώπισε την προοπτική μιας δυνητικά δαπανηρής δίκης από τον επιχειρηματία της Μόσχας Σάλβα Τσιγκρίνσκι, πρώην συνεργάτη στην κοινή τους πετρελαϊκή επιχείρηση Sibneft-Yugra. Η συνεργασία τελείωσε με την εταιρεία του Τσιγκρίνσκι, τη Sibir, να εκδιώκεται και να μένει με άδεια χέρια, αφήνοντας τον Αμπράμοβιτς ελεύθερο να υπογράψει τις συμφωνίες της Sibneft που θα τον έκαναν τον πλουσιότερο άνθρωπο της Ρωσίας.
Οι δικηγόροι του Τσιγκρίνσκι έκαναν λόγο για αθέμιτα παιχνίδια. Υποστήριξαν ότι ο Αμπράμοβιτς είχε αποδυναμώσει το μερίδιο του συνεργάτη του μέσω μιας σειράς μυστικών συναντήσεων που του έδωσαν τον πλήρη έλεγχο και, ως αποτέλεσμα, το πλήρες οικονομικό όφελος από την τελική πώληση στην Gazprom.
Σε ένορκη κατάθεσή του, ο Τενένμπαουμ αρνήθηκε οποιαδήποτε γνώση των λεπτομερειών του project πριν από την άνοιξη του 2004, όταν η Sibir δημοσιοποίησε τα παράπονά της.
Ωστόσο, αρχεία από τη διαρροή του «Κύπρος εμπιστευτικό» φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με αυτή τη μαρτυρία. Δείχνουν ότι ο Τενένμπαουμ υπέγραψε μια σειρά συμφωνιών που διέπουν ορισμένες από τις ίδιες τις συναλλαγές για τις οποίες ισχυρίστηκε στο δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τίποτα.
Αυτές περιλαμβάνουν τη μεταβίβαση μετοχών της Sibneft-Yugra το 2003 σε μια εταιρεία ιδιοκτησίας του Αμπράμοβιτς με την ονομασία Ferenco Investment & Services, κάτι για το οποίο ο Τενένμπαουμ είχε δηλώσει στο δικαστήριο ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Η μαρτυρία του, σύμφωνα με την απόφαση, «επικυρώθηκε από» αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο Αμπράμοβιτς.
Επιπλέον, έγγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του Αμπράμοβιτς, τα οποία φέρονταν να δικαιολογούν την εξαγορά της Sibir από τη Sibneft, φαίνεται να έχουν αναδρομική ημερομηνία. Με άλλα λόγια, τα έγγραφα, όπως και η μαρτυρία του Τενένμπαουμ, φαίνεται πως ήταν ψευδή.
Οι δικηγόροι του Τενένμπαουμ αρνήθηκαν ότι η μαρτυρία του παραπλάνησε το δικαστήριο, λέγοντας ότι είχε καταθέσει «ειλικρινά και με καλή πίστη» και αρνήθηκαν «με τους ισχυρότερους όρους» ότι παραπλάνησε το δικαστήριο. Οι δικηγόροι του Αμπράμοβιτς αρνήθηκαν ότι η επικύρωση της μαρτυρίας του Τενένμπαουμ από μέρους του είχε παραπλανήσει το δικαστήριο.
Συνολικά, η ανάλυση των κυπριακών αρχείων δείχνει ότι περισσότερα από 1.000 έγγραφα που αφορούσαν την αυτοκρατορία του Αμπράμοβιτς είχαν αναδρομική ημερομηνία.
Συχνά, φαίνεται ότι αυτό συνέβαινε εν γνώσει των ατόμων που βρίσκονταν πιο κοντά στον ολιγάρχη. Μεταξύ τους, αυτός ο στενός κύκλος κατασκεύασε μια παγκόσμιας εμβέλειας οικονομική αυτοκρατορία, το σημαντικότερο νόμισμα της οποίας ήταν, όπως φαίνεται, η εξαπάτηση.





















