Ελεύθερος Τύπος
ΥΓΕΙΑ

Δύσπνοια: Πότε πρέπει να σπεύσουμε  στον γιατρό;

Newsroom eleftherostypos.gr

Στους υγιείς ανθρώπους η αναπνοή είναι μία ασυνείδητη, αυτόματη λειτουργία που ελέγχεται από ειδικά κέντρα του εγκεφαλικού στελέχους. Η δύσπνοια, η δυσκολία στην αναπνοή, είναι ένα πολύ συνηθισμένο σύμπτωμα που συνδέεται με πνευμονολογικά, καρδιαγγειακά, νευρομυϊκά ή άλλα νοσήματα.

Γράφει η Παναγιώτα Καρύδη*

Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, το 50% των ασθενών που προσέρχονται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων και το 25% των ασθενών που εξετάζονται σε τακτική βάση, αναφέρουν ως κύριο σύμπτωμα τη δύσπνοια.

ΠΟΤΕ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ Η ΔΥΣΠΝΟΙΑ

Η δύσπνοια μπορεί να εκδηλώνεται κατά τη σωματική άσκηση, σε μέτρια ή ελάχιστη φυσική δραστηριότητα, κατά την ηρεμία, κατά την κατάκλιση ή να αφυπνίζει τον ασθενή αργά τη νύχτα. Μπορεί να εμφανίζεται σε κρίσεις, να έχει περιόδους έξαρσης και ύφεσης, να εξαρτάται από περιβαλλοντικούς και άλλους εκλυτικούς παράγοντες, ή να είναι συνεχής. Μπορεί να είναι το μοναδικό σύμπτωμα ή να συνοδεύεται και από άλλα συμπτώματα. Μπορεί να είναι ήπια, χρόνια και «ανεκτή» από τον ασθενή, ή να είναι οξεία, σοβαρή, και να συνοδεύεται από αίσθημα επικείμενου θανάτου. Είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί και εμφανίζει μεγάλη υποκειμενικότητα, καθώς δικαιολογημένα προκαλεί άλλοτε άλλου βαθμού άγχος στον ασθενή.

Στις καρωτίδες, στην αορτή, στους αεραγωγούς, στο πνευμονικό παρέγχυμα, στους αναπνευστικούς μυς και στο θωρακικό κλωβό υπάρχουν υποδοχείς που μεταφέρουν στον εγκέφαλο πληροφορίες σχετικά με τις πολλές και διαφορετικές παραμέτρους της αναπνοής. Όλες αυτές οι πληροφορίες ολοκληρώνονται στον εγκεφαλικό φλοιό, και μεταφράζονται στην αντίληψη που έχει το άτομο για την αναπνοή του. Ταυτόχρονα, οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται από τον εγκέφαλο για τη ρύθμιση της αναπνοής, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του οργανισμού. Μέσω της φυσιολογικής αναπνοής πραγματοποιούνται δυο ζωτικής σημασίας λειτουργίες: η οξυγόνωση του φλεβικού αίματος και η ταυτόχρονη αποβολή του ανθρώπινου «καυσαερίου» που είναι το διοξείδιο του άνθρακα. Οτιδήποτε διαταράσσει αυτές τις φυσιολογικές λειτουργίες γίνεται αντιληπτό ως δύσπνοια. Προκειμένου να εκτιμηθεί η βαρύτητα της δύσπνοιας, χρησιμοποιούμε τον αριθμό των αναπνοών ανά λεπτό. Φυσιολογικά αναπνέουμε με 14-18 αναπνοές κάθε λεπτό. Κάθε αίτιο που προκαλεί δύσπνοια, επιφέρει κάποιου βαθμού ταχύπνοια, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί εύκολα και χωρίς ειδικό εξοπλισμό, μετρώντας απλά τις αναπνευστικές κινήσεις θώρακα και κοιλιάς ανά λεπτό.

ΤΟ ΠΑΛΜΙΚΟ ΟΞΥΜΕΤΡΟ

Η οξυμετρία με το παλμικό οξύμετρο δεν επαρκεί πάντα για την αντικειμενική εκτίμηση της δύσπνοιας, δεν είναι ακριβής μέθοδος, μερικές δε φορές μπορεί να είναι παραπλανητικά φυσιολογική. Για την ακριβέστερη και πληρέστερη εκτίμηση της δύσπνοιας συχνά είναι αναγκαία η μέτρηση των αερίων του αρτηριακού αίματος που γίνεται με παρακέντηση κάποιας περιφερικής αρτηρίας, συνήθως της κερκιδικής αρτηρίας στον καρπό. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης παρέχεται άμεσα και προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη συγκέντρωση το Οξυγόνου και του Διοξειδίου του Άνθρακα στο αρτηριακό αίμα, καθώς και για το Ph και άλλες παραμέτρους που σχετίζονται με την ομοιόσταση του οργανισμού.

ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ως ταχύπνοια ορίζεται ο ρυθμός της αναπνοής άνω των 20/λεπτό. Η υπέρπνοια αφορά αναπνοές μεγάλου εύρους, που έχει ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση του συνολικού αναπνεόμενου όγκου αέρα και συνδέεται συνήθως με αγχώδεις διαταραχές και κρίσεις πανικού. Η υποκαπνία είναι η μειωμένη συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα. Στον αντίποδα, η υπερκαπνία είναι η αυξημένη συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, η οποία κατά κανόνα προέρχεται από αδυναμία αποβολής του μέσω του αναπνευστικού. Υποξαιμία είναι η μειωμένη συγκέντρωση οξυγόνου στο αίμα, ενώ η υποξία είναι η κατάσταση έλλειψης οξυγόνου στους ιστούς.

Οι πολλοί και διαφορετικοί τρόποι έκφρασης και περιγραφής του αισθήματος της δύσπνοιας συχνά μας καθοδηγούν στην εξακρίβωση του αιτίου. «Βάρος», «σφίξιμο» ή «πλάκωμα» στο στήθος περιγράφουν συνήθως οι ασθματικοί, «λαχάνιασμα», «φούσκωμα» και «κούραση» οι ασθενείς με ΧΑΠ, «πνίξιμο», «δίψα για αέρα», «δυσκολία στην εισπνοή», οι ασθενείς με καρδιοαναπνευστικά νοσήματα αλλά και ασθενείς με κρίση πανικού και υπεραερισμό. Η διερεύνηση της δύσπνοιας μπορεί να απαιτήσει πολλαπλές εξετάσεις από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, συντονιστής όμως συνήθως είναι ο πνευμονολόγος.

ΟΙ ΣΩΣΤΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Στην διερεύνηση της δύσπνοιας κομβική θέση έχει η ανατομική εντόπιση του αιτίου, αν δηλαδή σχετίζεται με το ανώτερο αναπνευστικό, με τους πνεύμονες, με το καρδιαγγειακό, με νευρομυικά νοσήματα ή με το θωρακικό κλωβό. Η προσέγγιση της οξείας δύσπνοιας είναι πολύ διαφορετική από αυτήν της χρόνιας. Η οξεία δύσπνοια συνήθως εκτιμάται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών των νοσοκομείων και συχνά μπορεί να συνδέεται με αίτια απειλητικά για τη ζωή (οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα, πνευμονική εμβολή, βαριά πνευμονία, ασθματική κρίση, παρόξυνση ΧΑΠ, πνευμοθώρακα, αγγειοοίδημα, εισρόφηση ξένου σώματος). Στις περιπτώσεις αυτές ο διαγνωστικός έλεγχος οφείλει να είναι κατά το δυνατόν στοχευμένος, καθώς ο χρόνος είναι πολύτιμος. Στη διερεύνηση της χρόνιας δύσπνοιας συνήθως χρειάζεται ένας πλήρης λειτουργικός έλεγχος του αναπνευστικού με σπιρομέτρηση, καμπύλη ροής-όγκου, μέτρηση στατικών όγκων και διαχυτικής ικανότητας, καρδιαγγειακός έλεγχος με υπερηχογράφημα-τρίπλεξ καρδιάς, οξυμετρία ή και μέτρηση αερίων αίματος, και αξονική τομογραφία θώρακος. Συνήθως με τον έλεγχο αυτό και την καλή κλινική εκτίμηση προκύπτει η διάγνωση. Πιο εξεζητημένος έλεγχος υπαγορεύεται συνήθως με βάση τα ευρήματα των πρώτων αυτών εξετάσεων.

ΔΥΣΠΝΟΙΑ ΚΑΙ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΙ

Αξίζει να αναφερθεί ότι η δύσπνοια αποτελεί συνηθισμένο πρόβλημα μεταξύ των ηλικιωμένων, με μεγάλο αντίκτυπο στην ποιότητα της ζωής τους. Υπολογίζεται ότι πάνω από 30% των ατόμων άνω των 65 ετών χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο αναφέρει δύσπνοια σε διάφορες καθημερινές δραστηριότητες όπως στα ψώνια, στις σκάλες ή στην ανηφόρα. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτή η δύσπνοια σχετίζεται με τη γήρανση του αναπνευστικού συστήματος, ή οφείλεται στην καθιστική ζωή, την αύξηση βάρους και την κακή φυσική κατάσταση που είναι συνήθη στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Σε κάθε περίπτωση, το αίσθημα της δύσπνοιας σχετίζεται με κακή ποιότητα ζωής, μειωμένη λειτουργικότητα και αυξημένο άγχος και κατάθλιψη. Σε μία εποχή που η πρόσβαση στον ειδικό γιατρό και στο στοιχειώδη διαγνωστικό έλεγχο είναι εφικτή για όλους, είναι κρίμα ασθενείς με δύσπνοια να αυτοπεριορίζονται, προσαρμόζοντας τη δραστηριότητά τους στην αναπνοή τους, τη στιγμή που φυσιολογικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Ο στόχος της διατήρησης της φυσικής δραστηριότητας σε κάθε ασθενή και σε κάθε ηλικία είναι κλειδί για την παράταση αλλά και την ποιότητα της ζωής όλων.

*Η Παναγιώτα Καρύδη είναι Πνευμονολόγος-Φυματιολόγος, διευθύντρια β’ Πνευμονολογικής Κλινικής Metropolitn General, Λ. Μεσογείων 246-Χολαργός – Τηλ. 210-6502601, Τηλ. ιατρείου: 213-0339534, email:betty.karidi@outlook.com

Από το περιοδικό FΖην που κυκλοφορεί κάθε μήνα με τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής