Ελεύθερος Τύπος
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Ο Ανθρωπος με τα μαύρα – Εγκλημα στην Πλάκα

Newsroom eleftherostypos.gr

Τέλη Αυγούστου του 1944.

Η Πλάκα μοσχοβολούσε γιασεμί. Η ελπίδα άνθιζε μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη.

Ο «Ανθρωπος με τα μαύρα», με ένα σαρκαστικό χαμόγελο στα χείλη, περπατούσε αδιάφορος. Με τα μαύρα του ρούχα, παρά τη ζέστη, που δεν έμοιαζε να τον αγγίζει. Κάθε τόσο έπιανε το κλειδί που είχε στην τσέπη.

Το είχε αποσπάσει από τον ιδιοκτήτη του με την υπόσχεση να τον σώσει από τα χέρια των Γερμανών.

Δεν ήξερε ο φτωχός ο άνθρωπος πως έτσι υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη.

Ο «Ανθρωπος με τα μαύρα» δεν λεγόταν τυχαία έτσι. Δεν ήταν μόνο μαύρα τα ρούχα που φορούσε, αλλά και η ψυχή του…

Εφτασε στον προορισμό του και μπήκε στο σπίτι με σιγουριά. Δεν άργησε να βρει το σκρίνιο. Το άνοιξε και σπρώχνοντας έναν κρυφό μοχλό, ανέβηκε ένα συρτάρι. Το ξεκλείδωσε με το κλειδί και τα μάτια του έλαμψαν. Η περίφημη συλλογή των αρχαίων νομισμάτων ανυπολόγιστης αξίας ήταν πια στα χέρια του.

Ηξερε πως έπρεπε να την κρύψει το συντομότερο δυνατό και μετά να εξαφανιστεί κι ο ίδιος. Οι μέρες των Γερμανών τελείωναν.

Ο «Ανθρωπος με τα μαύρα» έπρεπε να δώσει τη θέση του σε μια άλλη προσωπικότητα!

Η κρυψώνα υπήρχε ήδη στην οδό Τριπόδων. Στην αυλή του «Σπιτιού του Καδή», όπου νοίκιαζε ένα δωμάτιο. Εκρυψε το θησαυρό του, μάζεψε σε μια μικρή βαλίτσα τα λίγα πράγματα που είχε στο δωμάτιό του κι έφυγε σαν κύριος.

Ο Γερμανός λοχαγός με τον οποίο μέχρι τότε έκαναν όλες τις δουλειές τους, ο Χανς Ζόμερ, όταν εξαφανίστηκε ο «Ανθρωπος με τα μαύρα», τα κατάλαβε όλα. Κι ο ιδιοκτήτης της συλλογής αρχαίων νομισμάτων τα επιβεβαίωσε – πριν τον στείλει στον άλλο κόσμο. Ομως δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα.

12 Οκτωβρίου του 1944 η Αθήνα απελευθερώθηκε. Η καμπάνα της εκκλησίας του Ιωάννη του Ραγκαβά χτυπούσε σαν δαιμονισμένη. Ο Χανς ένιωθε να την ακούει συχνά στα αυτιά του τα χρόνια που ακολούθησαν.

Ηταν σα να χτυπούσε μια λέξη συνεχώς «ΕΚ-ΔΙ-ΚΗ-ΣΗ», «ΕΚ-ΔΙ-ΚΗ-ΣΗ», «ΕΚ-ΔΙ-ΚΗ-ΣΗ», «ΕΚ-ΔΙ-ΚΗ-ΣΗ».

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου -με αυτό το νέο όνομα κυκλοφορούσε πια ο «Ανθρωπος με τα μαύρα», δυστυχώς για τον Ζόμερ ήταν προσεκτικός και προνοητικός. Κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει μετά τον πόλεμο, αλλά να αναδειχθεί και σε παράγοντα της οικονομικής ζωής του τόπου, ο οποίος από… σεμνότητα απέφευγε τις φωτογραφίες.

Δεν τολμούσε να επιστρέψει στο «Σπίτι του Καδή» για το θησαυρό. Φοβόταν ότι μπορεί κάποιος να τον αναγνώριζε και τότε, όλα όσα είχε καταφέρει να χτίσει θα γκρεμίζονταν. Το εργοστάσιο υφαντουργίας, το σπίτι στο Κολωνάκι, η νέα του οικογένεια…

Πέρασε μια δεκαετία κι άρχισε να ξεθαρρεύει. Αλλωστε πώς να αρνιόταν μια φωτογραφία με τον μέλλοντα πρωθυπουργό;

Πού να φανταστεί πως αυτή θα δημοσιευόταν στα διεθνή μέσα;

Ο Χανς Ζόμερ δεν πίστευε στα μάτια του όταν την είδε στην κυριακάτικη εφημερίδα του.

Ο ίδιος υπήρξε καταζητούμενος για «εγκλήματα πολέμου», αλλά η συνεργασία του με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, του είχε εξασφαλίσει και νέα ταυτότητα και ασυλία.

Ετσι το καλοκαίρι του 195… αποφάσισε να πραγματοποιήσει το ταξίδι του στην Ελλάδα. Διακοπές και εργασία, έλεγε στους νέους φίλους που δεν γνώριζαν το παρελθόν του.

Λεγόταν πλέον Χανς Χούντερ. Εκλεισε δωμάτιο σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο στο Φάληρο και ύστερα προσέγγισε την εταιρία του Γιώργου Παπαδημητρίου, ως εκπρόσωπος Γερμανών επιχειρηματιών που ενδιαφέρονταν για μεγάλη παραγγελία.

Συναντήθηκαν στην Πλάκα. Ο Γερμανός δεν κινδύνευε να τον αναγνωρίσει ο πρώην συνεργάτης του, αφού είχε φροντίσει να αλλάξει με μια πλαστική επέμβαση τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Ωστόσο η φωνή του κάτι θύμιζε στον πρώην «Ανθρωπο με τα μαύρα». Ομως, η παραγγελία -εκατομμυρίων μάρκων- τον έκανε τυφλό. Κι ο Γερμανός φαινόταν πρόθυμος να φροντίσει ώστε να την αναθέσουν στον Παπαδημητρίου – με μια καλή προμήθεια.

Κάθισαν σε μια μικρή ταβέρνα. Παρά τη ζέστη, ήπιαν κάμποσο κρασί. Μετά ο Γερμανός ήθελε περίπατο στην καλοκαιρινή Πλάκα. Να δουν την Ακρόπολη κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι.

Πήραν τα μικρά δρομάκια των Αναφιώτικων και μετά κατέβηκαν στην οδό Πρυτανείου. Ο Γερμανός είχε οδηγήσει δήθεν τυχαία εκεί τα βήματά τους. Γύρω τους η απόλυτη ερημιά, αν και λίγο πιο κάτω η Πλάκα έσφυζε από την καλοκαιρινή κίνηση. Από τα κλαδιά της αιωνόβιας μουριάς ακούστηκε ο γκιώνης. Τα τριζόνια βουβάθηκαν.

Και τότε ξαφνικά ο Παπαδημητρίου κατάλαβε τι του θύμιζε η φωνή του Γερμανού.

Ηταν όμως αργά…

Ενα βαρύ περίστροφο τον σημάδευε.

«Ξέρεις τι θέλω!».

«Είσαι τρελός; Δεν καταλαβαίνω…».

«Ελα τώρα. Μην παριστάνεις το χαζό!».

«Και πού ξέρω τι θα μου κάνεις αν σου πω πού βρίσκεται αυτό που θες;».

«Αν μου το πεις, θα ξεχάσω την προδοσία σου, αλλά και ποιος πραγματικά είσαι. Νομίζω πολλοί θα… χαίρονταν αν μάθαιναν πως ο αξιότιμος κύριος Παπαδημητρίου είναι ο “Aνθρωπος με τα μαύρα”… Εσύ τι λες; Ασε που θα σου εξασφαλίσω και την παραγγελία…».

Ο «Παπαδημητρίου» δεν πίστευε τον Γερμανό. Ομως καμιά διέξοδος δεν φαινόταν.

«Είναι στο σπίτι του Καδή – εκεί που…».

«Γίνε πιο σαφής!».

Ο Παπαδημητρίου, θέλοντας και μη, έδωσε πιο αναλυτικές εξηγήσεις:

«Είναι σε μια κρυψώνα μέσα στο πηγάδι της αυλής».

«Σε ευχαριστώ από βάθους καρδιάς!», είπε ο Γερμανός και πυροβόλησε.

Το αίμα του πρώην «Ανθρώπου με τα μαύρα» κυλούσε -κατακόκκινο ρυάκι- στην οδό Πρυτανείου.

Ο Γερμανός πήρε από τις τσέπες του ό,τι χρήματα βρήκε και χάθηκε μέσα στη νύχτα, την ώρα που η γειτονιά ήδη ξεσηκωνόταν από τον πυροβολισμό.

Δεν βρήκε ποτέ τα νομίσματα. Κινδύνεψε να μείνει στη φυλακή, αφού το επόμενο πρωινό συνελήφθη ως ύποπτος για φόνο στην παραλία του Φαλήρου.

Μόνο με παρέμβαση άνωθεν κατάφερε να φύγει από την Ελλάδα.

Επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα.

Το «Σπίτι του Καδή» είχε γίνει πια διάσημο από μια ελληνική ταινία που γυρίστηκε εκεί.

Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να επισκεφθεί το σπίτι και να ψάξει για τα νομίσματα. Δεν υπήρχε πηγάδι! Οργισμένος σκέφτηκε πως ο «Ανθρωπος με τα μαύρα» τον είχε κοροϊδέψει πάλι.

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν βρισκόταν στη ζωή, κατά τη διάρκεια ανακαίνισης και ανασκαφών στο «Γαλάζιο σπίτι» ανακαλύφθηκε ένα μικρό κιβώτιο με σπάνια αρχαία νομίσματα, ανυπολόγιστης αξίας.

Κάθε είδους ιστορίες ακούστηκαν και γράφτηκαν για το πώς βρέθηκαν εκεί…

Who is Who: Κώστας Στοφόρος

Γεννήθηκε στη Ρώμη το 1960. Είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Εχει εργαστεί επί σειρά ετών στην τηλεόραση και τώρα συνεργάζεται με το Μουσείο Σχολικής και Εκπαίδευσης ενώ γράφει στο Διαδίκτυο, σε εφημερίδες και περιοδικά, κυρίως για θέματα βιβλίου και πολιτισμού.

Εχει γράψει παραμύθια, βιβλία για ενηλίκους και μια σειρά βιβλίων για γονείς. Τα τελευταία χρόνια γράφει αστυνομικές ιστορίες για παιδιά και εφήβους.

Παράλληλα συμμετέχει ως σεναριογράφος/ παρουσιαστής σε μια σειρά ντοκιμαντέρ, κυρίως για ιστορικά θέματα.

Από την έντυπη έκδοση

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο EleftherosTypos.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Κοίτα, εγώ…

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Hotel Bell Air

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μέλισσες

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μαύροι γλάροι

Tinad

Tο αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Μια εύθυμη χήρα

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»:Ο κροκόδειλος στην τάφρο

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Το τελευταίο ραντεβού

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Η πίτα και ο ληστής

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Δηλωτή

Μιχάλης Μάρδας