Ελεύθερος Τύπος
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: «Σωκράτους ανταπόδοσις…»

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: «Σωκράτους ανταπόδοσις…»

Newsroom eleftherostypos.gr

Στην Κωνσταντίνα Μόσχου

Η γλυκερή μελωδία του κουδουνιού κατέστρεψε την επική συγχορδία του Holy Diver σαν χαλικάκι στο παπούτσι ενός σπρίντερ.

Του Νεοκλή Γαλανόπουλου*

Βρίζοντας από μέσα του, έβγαλε τ’ ακουστικά, ξαναφόρεσε τα γυαλιά του κι έκλεισε με φόρα το καπάκι του υπολογιστή.

– «Ποιος είναι;», φώναξε κάπως ενοχλημένος.
– «Αστυνομία», του απάντησαν πίσω από την πόρτα.

Κιόλας; Δεν τους περίμενε τόσο γρήγορα! Ενιωσε μια μεγάλη στάλα ιδρώτα να κυλάει στο σβέρκο του. Αλλά με τέτοιο καύσωνα, σκέφτηκε, ποιος θα έδινε σημασία;

– «Υπαστυνόμος Τριτσιμπίδα», του είπε η νεαρή με τα πολιτικά. Δεξιά κι αριστερά της στέκονταν ανέκφραστοι δύο εύσωμοι ένστολοι με μαύρα γυαλιά. Από την ελάχιστα ανοιγμένη πόρτα του απέναντι διαμερίσματος ξεπρόβαλε η σουβλερή μύτη της υπέργηρης και υπέρ το δέον περίεργης γειτόνισσάς του.
– «Ο κύριος Ηρακλής Λεοντιάδης;».
– «Μάλιστα», έκανε εκείνος μελιστάλαχτα. «Τι συμβαίνει;», θυμήθηκε να ρωτήσει αμέσως.
– «Μπορούμε να περάσουμε μια στιγμή;».
– «Βεβαίως, ελάτε».

Μόλις μπήκαν μέσα οι δύο ένστολοι διασκορπίστηκαν στο χώρο σαν υποψήφιοι ενοικιαστές. Δεν μπορούσε να δει πού ακριβώς πήγαν, γιατί η υπαστυνόμος άρχισε τις ερωτήσεις.

– «Μένετε μόνος σας;».
– «Ναι».
– «Χθες το βράδυ, από τις 10 και μετά, ήσασταν εδώ;».
– «Από χθες το μεσημέρι, που γύρισα απ’ το δικαστήριο, δεν βγήκα καθόλου έξω. Με τέτοια ζέστη…».
– «Δικαστήριο…;».
– «Είμαι υπάλληλος στο Πρωτοδικείο. Μα τι συμβαίνει;».
– «Μήπως μέσα στη νύχτα ακούσατε κάποιον θόρυβο απ’ έξω;».
– «Οχι. Τα ’χα όλα κλειστά, έβαλα το air condition».

Η αστυνομικίνα κάρφωσε τα μάτια της επάνω του. Τώρα ένιωθε κάθιδρος. Εκείνη πάλι αψεγάδιαστη, χτενισμένη και μακιγιαρισμένη του κουτιού. Ούτε ηθοποιός να ήταν… Εμοιαζε, όντως, με μιαν Αμερικάνα ηθοποιό που έπαιζε σ’ ένα από τα αστυνομικά σίριαλ που παρακολουθούσε. Ομορφη ήταν. Οχι ο τύπος του βέβαια: την περνούσε είκοσι και χρόνια, τον περνούσε είκοσι και πόντους.

– «Ενας ένοικος της πολυκατοικίας σας βρέθηκε δολοφονημένος».
– «Τι πράγμα;», έκανε ο Ηρακλής δήθεν σοκαρισμένος. «Ποιος;».
– «Ονομαζόταν Στάμος Τσαγκομήτρος».
– «Αυτός που μένει στον δεύτερο;».
– «Ναι. Τον γνωρίζατε;»
– «Ε… φυσικά, γείτονες είμαστε. Νόμιζα πως είχε πάει διακοπές».
– «Κάποιος τον χτύπησε στο κεφάλι με λοστό ή κάτι τέτοιο την ώρα που κατέβαζε τα σκουπίδια. Τον βρήκε το συνεργείο του δήμου τα χαράματα».
– «Απίστευτο! Ζούγκλα γίναμε!», σχολίασε εκείνος προσηκόντως.

Η αστυνομικίνα βγήκε αμίλητη στη βεράντα του ρετιρέ, που φλεγόταν από τον πρωινό αυγουστιάτικο ήλιο. Ο Ηρακλής την ακολούθησε. Ετσι όπως την έβλεπε να περπατάει προς την άκρη της βεράντας, κομψή και περιποιημένη, με το τσαντάκι της στον ώμο, τα τακουνάκια της, σαν δικηγορίνα έτοιμη να σαγηνεύσει και τον πιο δύστροπο υπάλληλο ή λειτουργό της Ευελπίδων, δεν μπόρεσε να μην διερωτηθεί ενδόμυχα με ποιο κριτήριο, άραγε, να είχε τοποθετηθεί στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών! Ωραία Αστυνομία

Αλλά και τι έχει μείνει όρθιο στην Ελλάδα, αναρωτήθηκε, για να απαντήσει μόνος του μόλις την είδε να σκύβει πάνω από τα κάγκελα: οι γυναικείοι γλουτοί!

– «Εκεί ακριβώς, δίπλα στον κάδο βρέθηκε το πτώμα του».

Στο σημείο που του έδειξε υπήρχε μια μεγάλη σκούρα κηλίδα, γύρω από την οποία στέκονταν δύο αστυνομικοί με στολή. Ελάχιστοι αργόσχολοι (μιας και ο περισσότερος κόσμος έλειπε στην εξοχή) απολάμβαναν το θέαμα από τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.

– «Είναι φοβερό!», απέστρεψε το βλέμμα ο Ηρακλής για να αποδώσει εναργώς τη φρικίαση του φιλήσυχου πολίτη.
– «Ξέρετε αν το θύμα είχε εχθρούς;», ρώτησε η υπαστυνόμος.
– «Οχι, δεν τον γνώριζα προσωπικά… Μια καλημέρα, σαν γείτονες… και στη συνέλευση».

Η υπαστυνόμος περίμενε. Του φάνηκε καλή ιδέα να προσθέσει:

– «Κι έτσι… γιγαντόσωμος όπως ήταν, ποιος θα τα ’βαζε μαζί του; Θέλω να πω… δεν τον πυροβολήσανε, κάποιος πάλεψε μαζί του».
– «Μπορεί να τον αιφνιδίασαν».
– «Δίκιο έχετε», έσπευσε να συμφωνήσει μαζί της ο Ηρακλής.
– «Εχετε σκύλο;», τον ρώτησε ξαφνικά εκείνη κοιτάζοντας το σκονισμένο μπολάκι του καημένου του Σωκράτη.

Η μέγαιρα από δίπλα είχε χύσει το φαρμάκι της. Αναμενόμενο!

– «Είχα σκύλο. Ενα τσιουάουα», απάντησε όσο πιο ατάραχα μπορούσε.
– «Τώρα πού είναι;».
– «Πέθανε. Τον δηλητηρίασαν».
– «Οχι! Αυτό είναι φρικτό!», έκανε η άλλη, σαν να το πίστευε. Μπορεί να το πίστευε κιόλας, ένα κοριτσάκι ήταν στο κάτω κάτω. «Πήγατε στην Αστυνομία;».
– «Οχι», είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.
– «Υποψιάζεστε κανέναν για τη φόλα;».

Αν και μετά από αυτή την ερώτηση ήταν σίγουρος πως η γριά τούς τα είχε πει όλα χαρτί και καλαμάρι για τις απειλές του Ντουλάπα, έκανε τον ανήξερο.

– «Κυκλοφορούν τόσοι τρελοί στις μέρες μας…! Μ’ αυτή τη ζέστη κιόλας…».

Η κοπέλα συγκατένευσε. Οταν έμεινε πάλι μόνος του, έκανε τον απολογισμό της επίσκεψης: μια χαρά τα είχε πάει! Εξάλλου, είχε το τέλειο άλλοθι: το σουλούπι του! Το όπλο του εγκλήματος, το φοβερό και τρομερό βαρδούκιον, καλό Σεπτέμβρη θα το έβρισκαν στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας, όταν θα επέστρεφαν οι αδειούχοι, και ήταν αδύνατον να το συνδέσουν μαζί του. Οσο για τα υπόλοιπα «εργαλεία», τα οποία είχε κρύψει προσωρινά στο σωλήνα του απορροφητήρα, θα τα εξαφάνιζε εγκαίρως!
Τα είχε καταφέρει!

***

Πάνω στο καλύτερο, νιώθει μια γλώσσα να του σαλιώνει το μάγουλο και μια λαχανιαστή ανάσα στ’ αυτί του. Ανοίγει τα μάτια. Είναι ο Σωκράτης, πιστός στο καθημερινό πρόγραμμά τους! Δόξα τω Θεώ, ζει!
Παίρνει μια βαθιά ανάσα, να ηρεμήσει. Η καρδιά του επανέρχεται λίγο λίγο στον κανονικό ρυθμό της. Ουφ! Τι όνειρο κι αυτό!

Ντύνεται γρήγορα και, χωρίς να βάλει λουρί στον Σωκράτη, βγαίνει έξω.
Για κακή του τύχη, στην είσοδο της πολυκατοικίας πέφτουν πάνω στο κρεάτινο βουνό με τη βερμούδα, που εκείνη τη στιγμή έρχεται απ’ έξω. Ο Σωκράτης αρχίζει να γαβγίζει δυνατά.

«Ρε, δεν σου ’πα ότι θα στο πνίξω το παλιόσκυλο άμα το ξανα-;», στριγγλίζει (ίσως λόγω αναβολικών) ο Ντουλάπας, αλλά προτού προλάβει ν’ αποσώσει, ορμάει ο Σωκράτης και του τραβάει μια γερή δαγκωνιά στη γάμπα.

Το βουνό γκρεμίζεται ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο. Σκύλος κι αφεντικό γίνονται καπνός.
Μόνο για μια στιγμή θα σταθεί ο Ηρακλής, όσο να σηκώσει τα μάτια στη βεράντα του και να αναρωτηθεί αν θα μπορούσε να κάνει μπάντζι τζάμπινγκ από εκεί πάνω, όπως στο όνειρο.
Αν δεν έτρεμε τόσο τα ύψη…

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο EleftherosTypos.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Κοίτα, εγώ…

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Hotel Bell Air

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μέλισσες

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Οι μαύροι γλάροι

Tinad

Tο αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Μια εύθυμη χήρα

Tinad

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»:Ο κροκόδειλος στην τάφρο

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Ο Ανθρωπος με τα μαύρα – Εγκλημα στην Πλάκα

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Το τελευταίο ραντεβού

Μιχάλης Μάρδας

Το αστυνομικό διήγημα της ημέρας από τον «Ε.Τ.»: Η πίτα και ο ληστής

Μιχάλης Μάρδας