ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΔΙΕΘΝΗ

Η βόμβα SDB I και ΙΙ που αλλάζει τα δεδομένα στις αποστολές αέρος-εδάφους

Newsroom eleftherostypos.gr

Το πρόγραμμα για την δημιουργία της βόμβας μικρής διαμέτρου ξεκίνησε στις ΗΠΑ στις αρχές της προηγουμένης δεκαετίας όταν έγινε αντιληπτό από την αμερικανική Αεροπορία και το Ναυτικό ότι η ανάγκη για ένα όπλο το οποίο θα είχε το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα με τις μεγάλες συμβατικές και κατευθυνόμενες βόμβες αλλά θα έπρεπε να μεταφέρεται σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες.

Το πρόγραμμα απέδωσε με δύο βασικά σχέδια βομβών τα SDB I και ΙΙ που με τη σειρά τους οδήγησαν στη δημιουργία των GBU-39 και GBU-53.

Η βόμβα μικρής διαμέτρου (SDB) αποτελεί ένα κοινό πρόγραμμα της αμερικανικής Αεροπορίας και του Ναυτικού για μια κατευθυνόμενη βόμβα που αναπτύχθηκε από την Boeing και την Raytheon σε δύο διαφορετικές εκδόσεις προκειμένου να γίνει ένα από τα βασικά όπλα του αμερικανικού οπλοστασίου σε ότι αφορά τις προσβολές στόχων εδάφους και μπορεί να μεταφέρεται τόσο από μαχητικά όσο και από βομβαρδιστικά αεροσκάφη.

Οι δύο εκδόσεις της SDB είναι αυτή της Boeing με τον κωδικό GBU-39/B ή αλλιώς SDB-I και αυτή της Raytheon GBU-53/B ή SDB-II, με την πρώτη να αφορά την προσβολή σταθερών στόχων εδάφους και τη δεύτερη την προσβολή κινούμενων στόχων.

Η GBU-39 βρίσκεται σε πλήρη παραγωγή από το 2006 με τις πρώτες παραδόσεις στην αμερικανική Αεροπορία να ξεκινούν τον Απρίλιο του 2006, ενώ για την GBU-53 η απόφαση για την έναρξη της παραγωγής πρόκειται να ληφθεί μέσα στον Αύγουστο.

Η βασική ιδέα πίσω από τη δημιουργία της SBD ήταν η παραγωγή ενός όπλου το οποίο θα μπορούσε να μεταφέρεται σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από τα υπόλοιπα όπλα (στη θέση μιας βόμβας των 2000 λιβρών μπορούν να μεταφερθούν 4 SDB μέσω του τετραπλού φορέα BRU-61/A), προκαλώντας μικρότερες παράπλευρες απώλειες βελτιώνοντας ταυτόχρονα και τις διαδικασίες επιμελητείας.

Η βασική φιλοσοφία πίσω από την ανάπτυξη της SDB προέρχεται από την ενσωμάτωση στις απλές βόμβες συλλογών καθοδήγησης αυξάνοντας την ακρίβεια προσβολής, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι απαιτήσεις σε εκρηκτική ύλη, αφού μειώνεται ταυτόχρονα και η πιθανότητα να προσκρούσει η βόμβα σε μεγάλη απόσταση από τον στόχο, οπότε και δεν είναι απαραίτητη η μεγάλη ακτίνα καταστροφής.

Επιπλέον, ένα αεροσκάφος, το οποίο έχει περιορισμό στο βάρος του οπλικού φορτίου που μπορεί να μεταφέρει, εξοπλισμένο με μεγαλύτερο αριθμό όπλων μικρότερου βάρους αλλά ίδιας καταστροφικής δύναμης, μπορεί να πλήξει μεγαλύτερο αριθμό στόχων σε μία έξοδο μειώνοντας έτσι τον αριθμό των τελευταίων με ανάλογη μείωση στο λειτουργικό ίχνος που προκύπτει από τις πολλαπλές μεταβάσεις στην περιοχή ενδιαφέροντος αλλά και την επανεξυπηρέτησή του. Το μικρό μέγεθος που συνεπάγονται όμως τα παραπάνω έχει κι ένα παράπλευρο όφελος.

Με την ανάπτυξη και εισαγωγή σε υπηρεσία αεροσκαφών που παρουσιάζουν μικρό ίχνος σε διάφορους αισθητήρες μαζικά, είναι απαραίτητο τα όπλα που χρησιμοποιούν να μην υποβιβάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι λοιπόν απαραίτητη η εσωτερική μεταφορά του οπλισμού. Ο περιορισμένος όγκος όμως των αποθηκών βομβών των αεροσκαφών stealth θα πρέπει να έχει όσο το δυνατόν μικρότερη επίπτωση στη μαχητική τους ικανότητα. Παράλληλα, οι σχεδιαστές των αεροσκαφών λαμβάνουν υπόψη τους τις διαστάσεις των όπλων επιλογής του χρήστη όταν σχεδιάζουν τις αποθήκες οπλισμού, χωρίς πάντα να μπορούν να παράσχουν την ίδια φονικότητα με ένα συμβατικό αεροσκάφος.

Εκτός των αεροσκαφών με μειωμένο ίχνος, το μικρό μέγεθος και κατ’ επέκταση το βάρος είναι κρίσιμοι παράγοντες και για τη χρήση από μη επανδρωμένα αεροχήματα, τα οποία τα τελευταία χρόνια επεκτείνουν το φάσμα των αποστολών που είναι ικανά να αναλάβουν, εκτοπίζοντας αργά αλλά σταθερά τα επανδρωμένα από αποστολές που απαιτούν πολύωρη παραμονή στο πεδίο των επιχειρήσεων ή είναι εξαιρετικά επικίνδυνες.

Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τα υπό ανάπτυξη προγράμματα μη επανδρωμένων μαχητικών αεροχημάτων, UCAV (Unmanned Combat Air Vehicle), η απαίτηση μικρού βάρους θα ισχυροποιηθεί περαιτέρω.

Η ανάπτυξη του όπλου

Η SDB είναι αποτέλεσμα του προγράμματος Τεχνολογικής Επίδειξης Μικρού Πυρομαχικού, MMTD (Miniature Munitions Technology Demonstrator), της δεκαετίας του ’90. Σκοπός του προγράμματος ήταν να αναπτυχθεί ένα όπλο που θα παρείχε στα αεροσκάφη F-22A και F-35 (τότε γνωστό απλά ως JSF) την ικανότητα πολλαπλών πληγμάτων χωρίς να υποβαθμίζονται τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητάς.

Για την ικανοποίηση της τελευταίας απαίτησης, αριθμός μονάδων του νέου όπλου θα έπρεπε να χωρά στις εσωτερικές αποθήκες οπλισμού αυτών των αεροσκαφών. Επιπλέον, ενώ μέχρι τότε προβλεπόταν ότι τα εν λόγω αεροσκάφη θα ήταν ικανά να φέρουν το JDAM, ο περιορισμένος αριθμός αυτών (δύο ανά αεροσκάφος εσωτερικά), δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο. Επομένως, το νέο όπλο κατασκευάστηκε για να παρέχει στους σχεδιαστές των αποστολών μεγαλύτερη ευελιξία μέσω της μεταφοράς περισσότερων όπλων.

Το πρόγραμμα ανάπτυξης της SDB εκκίνησε το 2001 με την απονομή σε δύο ανταγωνιστικές εταιρείες συμβολαίου μηχανολογικής σχεδίασης επί χάρτου διάρκειας δύο ετών, οι οποίες και είχαν εκφράσει ενδιαφέρον για το πρόγραμμα.

Οι ανάδοχοι του συμβολαίου, Boeing και Lockheed Martin, επιλέχθηκαν μόλις πέντε μήνες μετά την προκήρυξή του και όπως προβλεπόταν σε αυτό έπρεπε να υποβάλλουν τις προτάσεις τους 24 μήνες μετά, ώστε να επιλεγεί ο τελικός δικαιούχος που θα προχωρούσε στη φάση Μηχανολογικής Ανάπτυξης Συστήματος και Επίδειξης, SDD (System Development and Demonstration), για να ακολουθήσει στη συνέχεια η παραγωγή του όπλου. Οι αρχικές προβλέψεις έκαναν λόγο για παραγωγή 24.000 μονάδων του όπλου.

Την ίδια χρονιά η Boeing υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με την ευρωπαϊκή MBDA, που προέβλεπε μεταξύ άλλων την υιοθέτηση της συλλογής ανεμοπορίας Diamond Back, της τελευταίας στο πρόγραμμα της SDB με σκοπό την αύξηση της εμβέλειάς της. Το πρόγραμμα της SDB αποτελείται από συνολικά δύο τμήματα. Το ένα αφορά στο όπλο αυτό καθαυτό και χωρίζεται σε δύο φάσεις και το άλλο στο σύστημα φόρτωσης και εξαπόλυσης. Η πρώτη φάση ανάπτυξης του όπλου (Phase I) αφορά στην προσβολή σταθερών στόχων, ενώ η δεύτερη (Phase II) τη δυνατότητα εμπλοκής κινητών.

Σε κάθε περίπτωση, το όπλο θα έπρεπε να μπορεί να διαπεράσει θωρακισμένους στόχους και να έχει ακρίβεια ανώτερη του JDAM. Στο συμβόλαιο προβλεπόταν η ανάπτυξη αισθητήρων και αλγορίθμων αυτόνομης αναγνώρισης στόχων για τη δεύτερη φάση ανάπτυξης. Το 2002 η USAF ενημέρωσε τις εταιρείες να σταματήσουν την ανάπτυξη των υποσυστημάτων που αφορούσαν στη δεύτερη φάση, καθώς εκτιμήθηκε ότι είναι πιθανό να αλλάξουν οι προδιαγραφές.

Αυτή η απόφαση λίγο έλειψε να οδηγήσει τη Lockheed Martin στην αποχώρηση από τη διαδικασία, διότι θεώρησε ότι έχανε το πλεονέκτημα που εκτιμούσε ότι διέθετε στη δεύτερη φάση. Τελικά, το 2003 απονεμήθηκε στην Boeing το συμβόλαιο για την SDD φάση και την παραγωγή της SDB Ι. Αμέσως μετά εκδόθηκε προσθήκη στο συμβόλαιο, η οποία και προέβλεπε την ανάπτυξη και του όπλου της δεύτερης φάσης, όπως προβλεπόταν στον αρχικό σχεδιασμό. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιλέχθηκε η διενέργεια διαγωνισμού για τον αισθητήρα που αποτελούσε και τη σημαντικότερη τεχνολογική πρόκληση, καθώς θεωρήθηκε ότι αυξανόταν το ρίσκο λόγω της συμμετοχής μόνο της Boeing. Αν και η Lockheed Martin αρχικά δεν εμφανιζόταν διατεθειμένη να συμμετάσχει, τελικά αναθεώρησε.

Το 2004, μετά την αποκάλυψη σκανδάλου χρηματισμού αξιωματικού της USAF και σχέσεών του με την Boeing, η Lockheed Martin κατήγγειλε τη σύμβαση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (GAO). Η Αεροπορία των ΗΠΑ, από την πλευρά της, υπεραμύνθηκε της διαδικασίας επιλογής αναδόχου και απονομής του συμβολαίου. Τελικά, το GAO γνωμοδότησε υπέρ της Lockheed Martin τον Απρίλιο του 2005, με αποτέλεσμα να επαναπροκηρυχθεί διαγωνισμός για τη δεύτερη φάση ένα χρόνο μετά. Σε αυτή συμμετείχαν οι δύο πρώην ανταγωνιστές της πρώτης φάσης, ως συνεργάτες πλέον, με την πρόταση να έχει κωδικοποιηθεί ως GBU-39/B και η Raytheon με την GBU-53/B.

Η συνεργασία των πρώην ανταγωνιστών αφορά στην παροχή του αισθητήρα, ο οποίος είναι απαραίτητος για τον εντοπισμό και εγκλωβισμό κινούμενων στόχων από την Lockheed Martin, ενώ η Boeing, εκτός της παροχής του όπλου και της ζεύξης δεδομένων, θα έχει την ευθύνη της ολοκλήρωσης των συστατικών μερών. Η πρώτη φάση διάρκειας 42 μηνών είχε ως σκοπό τη μείωση του ρίσκου ανάπτυξης του όπλου και την ωρίμανση των τεχνολογιών που θα ενσωματωθούν.

Ένα χρόνο πριν και, πιο συγκεκριμένα, το Μάρτιο του 2009, οι δύο διεκδικητές του συμβολαίου αποκάλυψαν τις προτάσεις τους. Η πρόταση της Raytheon περιλαμβάνει μια εντελώς νέα σχεδίαση για την άτρακτο, αν και έχει κοινά σημεία με εγνωσμένα όπλα όπως το JSOW, με τυπικής διαμόρφωσης συλλογή παραγωγής άντωσης με οπισθοκλινείς πτέρυγες μεγάλου διατάματος.

Η απαίτηση για την επιχειρησιακή χρήση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες καθορίζει την ύπαρξη τριπλού αισθητήρα. Αυτός θα πρέπει να διαθέτει χιλιοστομετρικού κύματος σύστημα ραντάρ, απεικονιστή υπερύθρων (IIR) και ημιενεργό ακτινοβολίας laser. Ο αισθητήρας της Lockheed Martin είναι τριπλής λειτουργίας και προέρχεται από το ακυρωθέν JCM (Joint Common Missile), ενώ στην περίπτωση της Raytheon αποτελεί εξέλιξη του διπλής λειτουργίας αισθητήρα του Πυραύλου Επίθεσης Ακριβείας, PAM (Precision Attack Missile), που αναπτύχθηκε για το πρόγραμμα NLOS-LS του Στρατού των ΗΠΑ και περιλαμβάνει έναν μη ψυχόμενο απεικονιστή υπερύθρων και ημιενεργό αισθητήρα laser. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2009 η Raytheon ανακοίνωσε πως ολοκλήρωσε τις δοκιμές της ζεύξης δεδομένων της GBU-53/B, ικανοποιώντας τις συνολικές απαιτήσεις δοκιμών του προγράμματος, καθώς όλα τα υπόλοιπα υποσυστήματα έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία επιτυγχάνοντας την απαραίτητη τεχνολογική ωριμότητα.

Σε αυτές τις δοκιμές αποτιμήθηκε η λειτουργία των ζεύξεων του Link-16 καθώς και του τακτικού επικοινωνιακού εξοπλισμού του όπλου. Επιτεύχθηκε η μετάδοση μηνυμάτων ανίχνευσης του όπλου αλλά και ενημερωμένων δεδομένων στοχοποίησης. Τα τελευταία χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση του αισθητήρα σε συγκεκριμένο στόχο. Η άφεση πραγματοποιήθηκε από ελικόπτερο UH-1 καθώς εκτιμήθηκε ότι η χρήση ενός γρήγορου αεριωθούμενου αεροσκάφους θα μείωνε τον όγκο των δεδομενών τηλεμετρίας. Αυτής της δοκιμής είχε προηγηθεί δοκιμαστική άφεση από αεροσκάφος F-15E τον Ιούλιο εκείνου του έτους

Τον Αύγουστο του 2010 η αμερικανική Αεροπορία επέλεξε την Raytheon για το πρόγραμμα SDB II ενώ η παραγωγή χαμηλού αρχικού ρυθμού του όπλου υπολογιζόταν αρχικά ότι θα ξεκινούσε τον Ιανουάριο του 2014 χωρίς αυτό τελικά να γίνει κατορθωτό. Τον Οκτώβριο του 2013 η Raytheon ολοκλήρωσε με επιτυχία σειρά δοκιμών του όπλου.

Στις 26 Ιουνίου 2014 η Raytheon σε συνεργασία με την USAFπραγματοποίησαν νέα σειρά δοκιμών χρησιμοποιώντας τους αισθητήρες IIRκαι του χιλιομετρικού ραντάρ MMW επιδεικνύοντας την ετοιμότητα του όπλου ενώ η τελική απόφαση για την έναρξη της παραγωγής χαμηλού ρυθμού πρόκειται να ληφθεί τον Αύγουστο.

Με τη σειρά της η Boeing ανακοίνωσε στις 12 Οκτωβρίου 2009 ότι ολοκλήρωσε την τρέχουσα φάση με μια τελευταία δοκιμή κατά την οποία το όπλο βλήθηκε από αεροσκάφος F-15E και εκτέλεσε όλες τις λειτουργίες, αποδεικνύοντας την ωριμότητα της σχεδίασης. Το όπλο έλαβε δεδομένα κατά την πτήση του μέσω του τακτικού εξοπλισμού επικοινωνιών, τα οποία επεξεργάστηκε ο αισθητήρας. Αυτός με τη σειρά του επιτέλεσε όλες τις λειτουργίες που αποτελούσαν σκοπό της δοκιμής, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας, εντοπισμού, ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης. Η πυροδότηση πραγματοποιήθηκε με την επαφή. Η ομάδα συνολικά πραγματοποίησε περισσότερες από 50 δοκιμαστικές πτήσεις με το όπλο δέσμιο.

Παράλληλα με τις εξελίξεις που αφορούν στη δεύτερη φάση του προγράμματος της SDB, προχωρούσε κανονικά η εξέλιξη της πρώτης φάσης. Η φάση SDD για την SDB I διήρκεσε δύο χρόνια και έληξε τον Αύγουστο του 2005. Νωρίτερα εκείνο το χρόνο και πιο συγκεκριμένα τον Απρίλιο, απονεμήθηκε στην Boeing συμβόλαιο χαμηλού ρυθμού αρχικής παραγωγής, LRIP (Low Rate Initial Production). Στη διάρκεια του 2006 πραγματοποιήθηκαν επιχειρησιακές δοκιμές και τον Οκτώβρη αποκτήθηκε η αρχική επιχειρησιακή ικανότητα, IOC (Initial Operation Capability), με τα αεροσκάφη F-15E, ενώ παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν σε πραγματικές αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστήριξης, CAS, στο Ιράκ.

Στο τέλος του έτους και πιο συγκεκριμένα τον Οκτώβριο απονεμήθηκε το πρώτο συμβόλαιο πλήρους ρυθμού παραγωγής για 1600 όπλα και αντίστοιχους αριθμούς φορέων που έχουν κωδικοποιηθεί ως BRU-61/A. Τον Φεβρουάριο του 2008 παραδόθηκε η χιλιοστή SDB, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους εγκρίθηκε από το Κογκρέσο η πώληση 1.000 μονάδων στο Ισραήλ. Στις 19 Ιανουαρίου η Boeing ανακοίνωσε τη σύναψη συμφωνίας με την ιταλική Oto Melara για τη συναρμολόγηση του όπλου στη γειτονική μας χώρα μετά από παραγγελία της ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Το συμβόλαιο ύψους 34 εκατ. δολαρίων αφορά στην παραγωγή 500 GBU-39/B και 50 BRU-61/A. Στις 22 Απριλίου του τρέχοντος έτους η Boeing ανακοίνωσε πως άρχισε να διαθέτει το αναβαθμισμένο λογισμικό έκδοσης Block 09 το οποίο ενσωματώνει νέα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά που απαίτησε η USAF μετά την επιχειρησιακή αξιοποίηση στο Αφγανιστάν. Ο σκοπός του λογισμικού είναι να μειωθεί ο χρόνος πτήσης του όπλου μετά την άφεση, ώστε να είναι δυνατή η αξιοποίηση του σε αποστολές Εγγύς Αεροπορικής Προστασίας, προσθέτοντας έτσι ακόμη μία δυνατότητα στο όπλο, αν και η μη δυνατότητα σκόπευσης εν πτήσει δε το καθιστά κατεξοχήν κατάλληλο για την αποστολή, κάτι που θα επιτευχθεί με την SDB II. Η αναβάθμιση θα εφαρμοστεί σε όλες τις κατασκευασμένες GBU-39/B, των οποίων ο αριθμός έχει ξεπεράσει τις 5000, αλλά και στις GBU-39A/B (FLM).

Ενδιαμέσως και πιο συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του 2006, απονεμήθηκε στην Boeing συμβόλαιο για την ολοκλήρωση στην SDB και την πραγματοποίηση δοκιμών μιας κεφαλής που σκοπό είχε να περιορίσει τις παράπλευρες απώλειες. Η κεφαλή έχει κωδικοποιηθεί ως Πυρομαχικό Εστιασμένης Φονικότητας, FLM (Focused Lethality Munition), και χρησιμοποιεί ειδικό εκρηκτικό γέμισμα και περίβλημα. Τα πρώτα όπλα αυτής της έκδοσης της SDB I παραδόθηκαν στο χρήστη το Μάρτιο του 2008.

Περιγραφή

Όπως αναφέρθηκε, το σύστημα αποτελείται από το όπλο, το φορέα και φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε το απαραίτητο εργαλείο σχεδίασης αποστολών, το οποίο φορτώνει στη μνήμη της μονάδας καθοδήγησης του όπλου τα απαραίτητα δεδομένα για την επίτευξη του πλήγματος. Όπως αναφέραμε προηγουμένως, το όπλο έχει εξελιχθεί σε τρεις εκδόσεις (SDB I, SDB FLM και SDB II).
Το μήκος λοιπόν της SDB I (ή GBU-39/B κατά την ονοματολογία της USAF) ανέρχεται σε 1,8 μέτρα, ενώ η διάμετρος της είναι 19 εκατοστά. Το συνολικό βάρος της φτάνει τα 130 κιλά (κατηγορία 250 λιβρών), με τα 93 από αυτά να αποτελούν την πολεμική κεφαλή. Η τελευταία είναι κατασκευασμένη από ατσάλι και κατά την εκτόνωση του εκρηκτικού γεμίσματος θραυσματοποιείται ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την αρχική διείσδυση. Το εκρηκτικό γέμισμα είναι αναίσθητο ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις ασφαλείας του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ.

Η ικανότητα διείσδυσης ξεπερνά το ένα μέτρο οπλισμένου με ατσάλι σκυροδέματος και τα δύο μέτρα ενισχυμένου σκυροδέματος, καθιστώντας την κατάλληλη για την προσβολή θωρακισμένων υπόστεγων αεροσκαφών. Ο πυροκροτητής είναι ηλεκτρονικός διαθέτοντας κατάσταση λειτουργίας, ενώ ο έλεγχός του πραγματοποιείται από το πιλοτήριο του αεροσκάφους-φορέα. Ο χειριστής μπορεί να επιλέξει τον τρόπο εκτόνωσης του όπλου αναλόγως του στόχου. Έτσι στην περίπτωση μαλακών στόχων επιλέγεται η εναέρια εκτόνωση, η οποία αυξάνει την δραστική ακτίνα του όπλου.

Για την επίτευξη μέγιστης διείσδυσης ο χειριστής θα επιλέξει την καθυστερημένη πυροδότηση, αφού το όπλο έχει πλήξει κινητικά τον στόχο δημιουργώντας μια αρχική πύλη εισόδου, ενώ διατίθεται και η λειτουργία πυροδότησης τη στιγμή της επαφής.

Το όπλο διαθέτει αναδιπλούμενα πτερύγια της συλλογής Diamond Back, τα οποία προσφέρουν αύξηση του χρόνου ανεμοπορίας και κατ’ επέκταση της εμβέλειας. Η συλλογή αποτελείται από δύο πτερύγια μεγάλου διατάματος που αρθρώνονται στο εμπρός σώμα του όπλου, ενώ σε σημείο στα τρία τέταρτα περίπου του εκπετάσματός τους ενώνονται με εμπροσθοκλινή πτερυγίδια δίνοντάς της το χαρακτηριστικό σχήμα του διαμαντιού, όταν είναι ανεπτυγμένα. Στο πίσω τμήμα της SDB βρίσκονται τέσσερα πτερύγια σχήματος Χ, τα οποία και αναλαμβάνουν την κατεύθυνση του όπλου. Η εμβέλεια που επιτυγχάνεται ξεπερνά τα 60 ναυτικά μίλια (110 χλμ.) όταν η άφεση πραγματοποιείται από μεγάλο ύψος.

Την καθοδήγηση αναλαμβάνει Αδρανειακό Σύστημα Ναυτιλίας, INS, με υποβοήθηση από GPS. Το τελευταίο εισάγει τις απαραίτητες διορθώσεις στο INS, με σκοπό την αύξηση της ακρίβειας καθοδήγησης. Ο δέκτης του GPS προέρχεται από την εταιρεία Harris που ειδικεύεται στις ψηφιακές ζεύξεις δεδομένων και στην τεχνολογία αντιμετώπισης των παρεμβολών. Ο υιοθετημένος στην SDB είναι ανθεκτικός σε οποιαδήποτε εκούσια ή ακούσια παρεμβολή εξασφαλίζοντας την ακριβή καθοδήγηση.

Επιπλέον, για την περαιτέρω αύξηση της ακρίβειας, στο αδρανειακό σύστημα αναφοράς στέλνονται δεδομένα πριν από την εκτόξευση του όπλου μέσω δορυφορικού προσδιορισμού θέσης. Στο διαφορικό GPS υπολογίζονται διορθώσεις μέσω συγκεκριμένης υποδομής στην οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον τρεις δέκτες (RSU) του συστήματος NAVSTAR, τοποθετημένοι στο θέατρο των επιχειρήσεων.

Οι διορθώσεις μεταδίδονται μέσω του DMS στο κέντρο επιχειρήσεων και από εκεί στα οπλισμένα με SDB αεροσκάφη μέσω Link-16, τα οποία με τη σειρά τους τα μεταφέρουν στο σύστημα ναυτιλίας των όπλων μέσω της αρτηρίας δεδομένων MilStd-1760. Η καθοδήγηση που παρέχεται με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει μεγάλη ακρίβεια προσβολής επιτυγχάνοντας Πιθανότητα Κυκλικού Σφάλματος, CEP (Circular Error Probability), 5-8 μέτρα. Αυτό σημαίνει πως σε ακτίνα 5-8 μέτρων από τον καθορισμένο στόχο θα προσκρούσει το 50% των βληθέντων όπλων.

Ο φορέας των όπλων αποτέλεσε τμήμα του συστήματος, καθώς κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο ώστε να καταστεί δυνατή η εκμετάλλευση του μικρού μεγέθους και βάρους των, ενώ παράλληλα θα πρόσφερε τη δυνατότητα μεταφοράς των όπλων από τα αεροσκάφη με χαμηλό ίχνος στις εσωτερικές αποθήκες οπλισμού που αυτά διαθέτουν.

Ο φορέας BRU-61/A χαρακτηρίζεται «έξυπνος», καθώς επιτελεί σημαντικές λειτουργίες. Το μήκος του φτάνει τα 3,6 μέτρα, ενώ το πλάτος και το ύψος του τα 40,6 εκατοστά. Το κενό του βάρος φτάνει τα 145 κιλά, ενώ στη μέγιστη χωρητικότητα των 4 όπλων τα 664. Ο φορέας διαθέτει ηλεκτρονικά συστήματα που προσφέρουν λειτουργίες διαχείρισης φορτίου διευκολύνοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό την ολοκλήρωση, αφού αποδεσμεύουν το αντίστοιχο σύστημα του αεροσκάφους-φορέα από αυτές. Προσφέρει, επιπλέον, δυνατότητες προγραμματισμού εν πτήσει, με προφανή αποτελέσματα στην επιχειρησιακή αξιοποίηση του συστήματος.

Οι διαστάσεις του φορέα επιλέχθηκαν έτσι ώστε να είναι δυνατή η ανάρτησή του εντός των αποθηκών οπλισμού των αεροσκαφών F-22, F-35, B-1B, B-2 και B-52, ενώ είναι συμβατός με τους πυλώνες ανάρτησης των F-15, F-16, αλλά και με σχεδόν όλα τα υπάρχοντα ή μελλοντικά μη επανδρωμένα αεροχήματα. Η εκτόξευση των όπλων πραγματοποιείται με πνευματικό σύστημα που μπορεί να ελεγχθεί σε πολλές παραμέτρους.

Έτσι καθορίζεται η τελική ταχύτητα, αλλά και η κλίση του όπλου κατά τον διαχωρισμό ως συνάρτηση του φορέα, της ταχύτητας και κλίσης αυτού και διευκολύνεται η πιστοποίηση. Επίσης αυξάνονται τα περιθώρια ασφάλειας αλλά και μέσω της αύξησης του αριθμού των τεχνικών άφεσης αυξάνεται η επιβιωσιμότητα της πλατφόρμας και βελτιώνεται η επιχειρησιακή ευελιξία. Η κατάργηση των εκρηκτικών συνδέσμων που χρησιμοποιούνται σε άλλους φορείς μειώνει το λογιστικό ίχνος και κόστος χρήσης, αφού εργασίες συντήρησης, αναγόμωσης και καθαρισμού δεν είναι απαραίτητες έπειτα από κάθε έξοδο.

Αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος της SDB είναι το εργαλείο σχεδιασμού αποστολών. Αυτό βασίζεται σε εμπορικών προδιαγραφών υλικό και λογισμικό και απαρτίζεται από φορητό υπολογιστή και το λογισμικό σχεδίασης της αποστολής. Μέσω του τελευταίου καθορίζεται το βέλτιστο προφίλ της ανεμοπορίας του όπλου μετά την άφεση, που είναι κατάλληλο για τον τρόπο προσβολής (επαφή, εναέρια εκτόνωση, διείσδυση) του εκάστοτε στόχου.

Η SDB Ι έχει αναπτυχθεί για να προσβάλλει σταθερούς στόχους, είτε μαλακούς είτε θωρακισμένους, όπως προκύπτει και από τις επιλογές πυροδότησης της. Στους μαλακούς περιλαμβάνονται φάλαγγες φορτηγών ή ελαφρά θωρακισμένων οχημάτων ενώ βρίσκονται σε στάδιο συγκέντρωσης ή σταθμευμένα σε όρχους στρατοπέδων.

Επίσης, μπορεί να καταστρέψει συγκροτήματα δεξαμενών καυσίμων ή επεξεργασίας πετρελαιοειδών, κεραίες επικοινωνιών και σταθμούς ραντάρ, εγκαταστάσεις υποστήριξης επιχειρήσεων όπως είναι εργοστάσια με μεγάλες εργαλειομηχανές, εγκαταστάσεις διανομής ενέργειας, ταγμένα αντιαεροπορικά συστήματα ή και σταθμευμένες μονάδες πυροβολικού. Στους θωρακισμένους στόχους περιλαμβάνονται τα καταφύγια αεροσκαφών, οι αποθήκες πυρομαχικών, τα κέντρα διοίκησης. Είναι χαρακτηριστική η απεικόνιση ενός αεροδρομίου με σημειωμένες τις βασικές δομές του, τις οποίες ένα F-15E εξοπλισμένο με SDB I μπορεί να καταστρέψει σε μία και μόνη έξοδο.

Οι συντεταγμένες των στόχων φορτώνονται πριν από την απογείωση κατά την προ της πτήσης προετοιμασία στα συστήματα ναυτιλίας των όπλων μαζί με τα σημεία άφεσης. Παρέχεται όμως η δυνατότητα επαναπρογραμματισμού στη διάρκεια της πτήσης. Αμέσως πριν από την άφεση ο χειριστής, αναλόγως του στόχου μέσω του πυροκροτητή απασφαλίζει το όπλο και επιλέγει τον τρόπο εκτόνωσης. Αναλόγως του τελευταίου αλλά και της απόστασης, το σύστημα ναυτιλίας επιλέγει το κατάλληλο προφίλ ανεμοπορίας, ουσιαστικά το βαθμό καθόδου και τον τρόπο επίτευξης της τελικής προσβολής. Αν, για παράδειγμα, ο στόχος είναι θωρακισμένος, το όπλο στην τελική φάση θα τον πλήξει κάθετα για να βελτιστοποιήσει το βάθος διείσδυσης, ενώ και στην ενδιάμεση φάση θα επιλεγεί εκείνος ο βαθμός καθόδου που θα εξασφαλίσει την επίτευξη της μέγιστης δυνατής ταχύτητας.

Όπως αναφέρθηκε, η έκδοση FLM αναπτύχθηκε με σκοπό τη μείωση ακόμη περισσότερο των παράπλευρων απωλειών, ειδικότερα στην περίπτωση προσβολής εντός κατοικημένων περιοχών ή για στόχους που γειτνιάζουν με τέτοιες.

Στην έκδοση SDB I FLM το ατσάλινο περίβλημα που σκοπό είχε αφενός να θραυματίζεται επιτυγχάνοντας την απαραίτητη φονικότητα αλλά και να επιτρέπει την αρχική διείσδυση έχει αντικατασταθεί από άλλο κατασκευασμένο από συνθετικά υλικά. Αυτό δεν θραυσματοποιείται και με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η ακτίνα καταστροφής του όπλου. Παράλληλα, όμως, το εκρηκτικό γέμισμα είναι διαφορετικό ακολουθώντας την αρχή των Μεταλλικών Εκρηκτικών Υψηλής Αδράνειας, DIME (Dense Inert Metal Explosive).

Αυτά τα εκρηκτικά λειτουργούν προκαλώντας μειωμένη πίεση σε σχέση με τα συμβατικά αλλά μεγαλύτερη ώθηση σε πολύ μικρή ακτίνα. Σε μεγαλύτερη ακτίνα, λόγω της μείωσης της ώθησης και της απουσίας θραυσμάτων, οι ζημιές περιορίζονται κατά πολύ. Η ακτίνα φονικότητας μπορεί να ρυθμιστεί καταλλήλως. Σε αυτή την έκδοση διατηρούνται όλα τα χαρακτηριστικά της SDB I, με μόνη διαφορά το χαρακτηρισμό της κεφαλής ως χαμηλής θραυσματοποίησης και φυσικά την επιχειρησιακή αξιοποίηση. Αν και υπάρχει ακόμη η επιλογή για καθυστερημένη πυροδότηση, αυτή δεν χρησιμοποιείται, καθώς το περίβλημα του όπλου δεν είναι κατάλληλο για την επίτευξη αρχικής πύλης εισόδου. Επιπλέον, η απώλεια θραυσμάτων δεν επιτρέπει την καταστροφή θωρακισμένων στόχων παρά μόνο σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο πρόσκρουσης.

Η φάση ΙΙ του προγράμματος της SDB, όταν ολοκληρωθεί, θα αποδώσει ένα πλήρες όπλο και ικανό να χρησιμοποιηθεί σε όλο το φάσμα των επιχειρήσεων και υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Η ενσωμάτωση αισθητήρα με Αυτόματη Αναγνώριση Στόχου, ATR (Automatic Target Recognition), και αμφίδρομης ζεύξης δεδομένων, θα επιτρέψει την προσβολή κινούμενων στόχων στο πεδίο της μάχης ή/και στόχων ευκαιρίας.

Συμπερασματικά

Το πρόγραμμα της SDB έχει ήδη αποδώσει ένα ικανό όπλο που χρησιμοποιείται επιχειρησιακά με πολύ μεγάλη επιτυχία στο θέατρο επιχειρήσεων του Αφγανιστάν. Μάλιστα, με την αναβάθμιση του λογισμικού στο επίπεδο Block 09, ενσωματώνονται διδάγματα των επιχειρήσεων και επεκτείνεται το εύρος αξιοποίησής του. Παράλληλα όμως θα προσφέρει στα αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας την πολυπόθητη αύξηση του αριθμού μεταφερόμενων όπλων αέρος-εδάφους. Αυτή η αύξηση είναι ιδιαιτέρως σημαντική για το F-35 και λιγότερο για το F-22A, καθώς αν και διαφημίζεται ως πολλαπλών ρόλων δεν είχε (και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να μην διαθέτει) το απαραίτητο οπλοστάσιο για την ανάληψη αποστολών αέρος-εδάφους με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τα αεροσκάφη που θα αντικαταστήσει, αν και αυτές οι αποστολές ήταν βασικές στο σχεδιασμό του.

Όπως αναφέρθηκε, το πρόγραμμα της SDB είναι ουσιώδους σημασίας και για τα μη επανδρωμένα αεροχήματα, καθώς σε αυτά ο περιορισμός του βάρους του μεταφερόμενου οπλικού φορτίου είναι σημαντικότερος, σε επίπεδο μάλιστα που να ακυρώνει μερικώς το πλεονέκτημα της μεγάλης αυτονομίας που αυτά προσφέρουν, αφού θα πρέπει να αποσυρθούν από την περιοχή ενδιαφέροντος ώστε να επανεξοπλιστούν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει βεβαίως και με τα τακτικά μαχητικά, μόνο που σε αυτή την περίπτωση το πλεονέκτημα εστιάζεται στην εκτέλεση περισσότερων προσβολών ανά έξοδο μειώνοντας έτσι τις απαιτήσεις στην επιμελητεία αλλά και το συνολικό κόστος των επιχειρήσεων.

Από το περιοδικό ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΉ που κυκλοφορεί και με τον Ελεύθερο Τύπο

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο EleftherosTypos.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Συναγερμός στο Παρίσι: Εκκενώθηκε η περιοχή της Αψίδας του Θριάμβου έπειτα από προειδοποίηση για βόμβα

Tinad

Λήξη συναγερμού: Φάρσα το τηλεφώνημα για βόμβα στα δικαστήρια Θεσσαλονίκης

Tinad

Συναγερμός στη Θεσσαλονίκη: Τηλεφώνημα για βόμβα στα δικαστήρια – Εκκενώνεται το κτήριο

Tinad

Βόμβα από τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο εκρήγνυται σε διώρυγα της Πολωνίας [βίντεο]

Μαρίνα Μπενέκου

Λήξη συναγερμού στο Παρίσι: Άνοιξε και πάλι ο Πύργος του Άιφελ

Tinad

Τηλεφώνημα για βόμβα στη Βουλή κατά την ψηφοφορία για την ΑΟΖ με την Αίγυπτο

Ανδρέας Ντίνης

Λήξη συναγερμού: Φάρσα το τηλεφώνημα για βόμβα στον σταθμό του μετρό «Αιγάλεω»

Tinad

Τηλεφωνήματα για βόμβα στα δικαστήρια Θεσσαλονίκης

Ανδρέας Ντίνης

Τηλεφωνήματα για βόμβα στα δικαστήρια Θεσσαλονίκης

Ανδρέας Ντίνης